1. Λυκαβηττού 2, Κολωνάκι
2. Ακαδημίας 28, Κολωνάκι
210 36 41 214 - 210 36 46 874
   EN

main image

Η (Αν)επάρκεια της Περιουσίας ως Λόγος Αποδοχής/Απόρριψης της Αίτησης Πτώχευσης και η Παροχή Δεύτερης Ευκαιρίας στους Οφειλέτες


Η (Αν)επάρκεια της Περιουσίας ως Λόγος Αποδοχής/Απόρριψης της Αίτησης Πτώχευσης και η Παροχή Δεύτερης Ευκαιρίας στους Οφειλέτες

Legal Insight

Σεπτέμβριος 2023

Γιώργος Ζαούρης, Δικηγόρος

Α. Πρόλογος 

Σε προηγούμενο άρθρο εξετάσαμε την πτώχευση μικρού αντικειμένου ως διαδικασία στο σύνολο της, δυνάμενη να δώσει λύση στο οικονομικό αδιέξοδο χιλιάδων οφειλετών (δες εδώ). Στο παρόν άρθρο θα επιχειρήσουμε να εξετάσουμε διεξοδικά πότε γίνεται δεκτή η αίτηση πτώχευσης λόγω επάρκειας της πτωχευτικής περιουσίας και πότε όχι, αλλά και πώς αυτό επιδρά στην απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη του στο πλαίσιο της παροχής της δεύτερης ευκαιρίας.

Β. Εισαγωγή

Εισαγωγικά, καλό είναι να δούμε πάλι ποιες ορίζονται ως αιτήσεις πτώχευσης μικρού αντικειμένου. Ο νόμος αναφέρει ότι πτωχεύσεις μικρού αντικειμένου ορίζονται «αυτές οι οποίες ο οφειλέτης ικανοποιεί τα κριτήρια προσδιορισμού της πολύ μικρής οντότητας του άρθρου 2 του ν. 4308/2014 (Α’ 251)».  Συγκεκριμένα, πρέπει να πληρούνται τουλάχιστον δύο από τις τρεις προϋποθέσεις υπαγωγής στην έννοια της «πολύ μικρής οντότητας», δηλαδή (αναλογικά για το φυσικό πρόσωπο):

Α) Σύνολο ενεργητικού (περιουσιακών στοιχείων βάσει αξίας ΕΝΦΙΑ όπως προκύπτει από την τελευταία πράξη προσδιορισμού φόρου) που δεν υπερβαίνει τις 350.000 ευρώ.

Β) Καθαρό ύψος κύκλου εργασιών μέχρι 700.000 ευρώ (στην περίπτωση των νομικών προσώπων, συγκεκριμένα και ειδικότερα, εάν το καθαρό ύψος του κύκλου εργασιών υπερβαίνει τα δύο εκατομμύρια (2.000.000) ευρώ δεν θεωρούνται πολύ μικρή οντότητα - το κριτήριο αυτό δεν αφορά φυσικά πρόσωπα χωρίς ατομική επιχείρηση).

Γ) Μέσο όρο απασχολούμενων κατά τη διάρκεια της περιόδου έως 10 άτομα (Το κριτήριο αυτό δεν αφορά φυσικά πρόσωπα χωρίς ατομική επιχείρηση).

Κατά μία αποκλίνουσα γνώμη, ωστόσο, στη νομολογία, αν δεν πληρούνται και τα τρία (3) ως άνω κριτήρια υπαγωγής στην έννοια της «πολύ μικρής οντότητας», τότε ο οφειλέτης – επιχείρηση ή το νομικό πρόσωπο δεν μπορεί να υπαχθεί στο πεδίο εφαρμογής των πτωχεύσεων μικρού αντικειμένου και η αίτηση του πρέπει να παραπεμφθεί στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, ώστε να εκδικαστεί με την εκεί προβλεπόμενη, μη απλουστευμένη, διαδικασία (Ειρηνοδικείο Αθηνών 83/2022, που έκρινε ότι: «[…]ότι επί πτώχευσης επιχειρήσεων – νομικών προσώπων απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικά όλες οι παραπάνω προϋποθέσεις (κριτήρια) που τάσσει η παρ. 2γ του ν. 4308/2014. Οπωσδήποτε δηλαδή ο καθαρός κύκλος εργασιών (του νομικού προσώπου) να μην υπερβαίνει το ποσό των 2.000.000 ευρώ, το ενεργητικό να μην υπερβαίνει το ποσό των 350.000 ευρώ και ο μέσος όρος των εργαζομένων να μην υπερβαίνει τον αριθμό 10»). 

Σε κάθε περίπτωση, όμως, και προς αποφυγή τυχόν παρανοήσεων, το μόνο που ενδιαφέρει έναν οφειλέτη – φυσικό πρόσωπο χωρίς επιχείρηση είναι, όπως είπαμε, η αξία της περιουσίας του να μην υπερβαίνει τα 350.000€.

Πέρα από την πτωχευτική ικανότητα, την οποία έχουν πλέον όχι μόνο έμποροι, αλλά όλα τα φυσικά πρόσωπα βάσει νόμου, ο πιστωτής ή ο οφειλέτης που καταθέτει την αίτηση πτώχευσης στο αρμόδιο Ειρηνοδικείο χρειάζεται να αποδείξει ότι έχει επέλθει «παύση πληρωμών», δηλαδή ότι ο οφειλέτης αδυνατεί να εκπληρώσει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές του υποχρεώσεις κατά τρόπο γενικό και μόνιμο. Ο νόμος για λόγους αποδεικτικής ευχέρειας καθιερώνει τεκμήριο, σύμφωνα με το οποίο ο οφειλέτης βρίσκεται σε παύση πληρωμών όταν δεν καταβάλλει τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του προς το Δημόσιο, τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης ή πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, σε ύψος τουλάχιστον 60% των συνολικών ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών του για περίοδο τουλάχιστον έξι (6) μηνών, εφόσον η μη εξυπηρετούμενη υποχρέωσή του υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ. Η επιλεκτική εκπλήρωση ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεων δεν αίρει, ωστόσο, την παύση πληρωμών, η οποία μπορεί να συνίσταται και στην αδυναμία εκπλήρωσης ακόμα και μίας σημαντικής ληξιπρόθεσμης χρηματικής οφειλής (ά. 176 ν. 4738/2020).

Γ. Η (αν)επάρκεια της περιουσίας 

Εκτός από τα παραπάνω, κρίσιμο στοιχείο για την κήρυξη του οφειλέτη σε πτώχευση είναι η επάρκεια της περιουσίας ή του εισοδήματος του. Συγκεκριμένα, ο νόμος αναφέρει ότι «Πτώχευση κηρύσσεται εφόσον, με βάση τα οικονομικά στοιχεία που τίθενται υπόψη του δικαστηρίου, πιθανολογείται ότι η περιουσία ή το εισόδημα του οφειλέτη, επαρκούν για την κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας. Άλλως, το δικαστήριο διατάσσει την καταχώριση του ονόματος ή της επωνυμίας, κατά περίπτωση, του οφειλέτη στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας του άρθρου 213» (ά. 77 ν. 4738/2020).

Συνεπώς, δύο είναι οι πιθανές περιπτώσεις που θα συναντήσει κανείς.

1. Είτε θα κριθεί ότι ο οφειλέτης διαθέτει περιουσία ή εισόδημα που καλύπτει τα έξοδα της διαδικασίας, με συνέπεια να κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης και να διοριστεί σύνδικος (ά. 77 παρ. 4 «Πτώχευση κηρύσσεται εφόσον, με βάση τα οικονομικά στοιχεία που τίθενται υπόψη του δικαστηρίου, πιθανολογείται ότι η περιουσία ή το εισόδημα του οφειλέτη, επαρκούν για την κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας»).

2. Είτε θα απορριφθεί η αίτηση του λόγω ανεπάρκειας της περιουσίας του και θα διαταχθεί η εγγραφή του ονόματος του στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας. Το ίδιο προκύπτει και από το άρθρο 178 του νόμου ειδικά για τις πτωχεύσεις μικρού αντικειμένου που ορίζει στην παράγραφο 1 ότι: «Εφόσον […] πιθανολογείται ότι τα μη βεβαρυμμένα στοιχεία της περιουσίας του οφειλέτη δεν επαρκούν για την κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας και τα ετήσια εισοδήματα του οφειλέτη, πέραν των ευλόγων δαπανών διαβίωσης, δεν υπερβαίνουν τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης της παρ. 5 του άρθρου 92, δεν διορίζεται σύνδικος και ο εισηγητής διατάσσει την καταχώρηση του ονόματος ή της επωνυμίας του οφειλέτη στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας του άρθρου 213 και επέρχονται οι συνέπειες της καταχώρησης της παρ. 4 του άρθρου 77».

Κρίσιμη είναι η διαφοροποίηση μεταξύ πτώχευσης και εγγραφής στο μητρώο καταρχήν ως προς το ζήτημα της απαλλαγής του οφειλέτη από τα χρέη του. Και τούτο, διότι σε περίπτωση που η πτωχευτική περιουσία περιλαμβάνει την κύρια κατοικία του οφειλέτη ή/και άλλα πάγια περιουσιακά του στοιχεία που υπερβαίνουν σε αξία το δέκα τοις εκατό (10%) των συνολικών του υποχρεώσεων και η ελάχιστη αξία τους δεν υπολείπεται των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ (εξαιρουμένων όσων έχουν αποκτηθεί στην διάρκεια των δώδεκα (12) μηνών που προηγούνται της υποβολής της αίτησης πτώχευσης), ο οφειλέτης δύναται τότε να απαλλαγεί από τα χρέη του μέσα σε ένα (1) χρόνο από την κήρυξη της πτώχευσης. Ειδάλλως, ο χρόνος που χρειάζεται να μεσολαβήσει από την ημερομηνία της κήρυξης της πτώχευσης ή την εγγραφή στο μητρώο είναι τρία (3) χρόνια. Γίνεται αντιληπτό, δηλαδή, ότι μόνο εφόσον ο οφειλέτης κηρυχθεί σε πτώχευση και μόνο υπό τις προϋποθέσεις που αναφέραμε, μπορεί να απαλλαγεί σε ένα  (1) και όχι σε τρία (3) χρόνια. 

Επιπλέον, εφόσον ο οφειλέτης κηρυχθεί σε πτώχευση θα διοριστεί σύνδικος, ο οποίος θα είναι επιφορτισμένος με το έργο της διαχείρισης της πτωχευτικής περιουσίας και ο οποίος θα αναλάβει την εκποίηση των επιμέρους στοιχείων της. Με την κήρυξη της πτώχευσης, αυτομάτως αναστέλλεται, παράλληλα, κάθε εκτελεστική διαδικασία σε βάρος της περιουσίας του οφειλέτη. Οι ενέγγυοι πιστωτές (οι δανειστές δηλαδή του οφειλέτη οι απαιτήσεις των οποίων είναι ασφαλισμένες με ενέχυρο ή υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης ή με άλλο ειδικό προνόμιο επί συγκεκριμένου αντικειμένου της πτωχευτικής περιουσίας), ωστόσο, κατ’ εξαίρεση μπορούν εντός εννέα (9) μηνών από την κήρυξη της πτώχευσης να προχωρήσουν σε πράξεις εκτέλεσης κατά του οφειλέτη (επίδοση επιταγής προς πληρωμή, αναγκαστική κατάσχεση, εκπλειστηρίαση του κατασχεμένου κλπ).

Αντίθετα, σε περίπτωση εγγραφής στο ηλεκτρονικό μητρώο φερεγγυότητας δεν διορίζεται σύνδικος και δεν αναστέλλονται οι ατομικές διώξεις των πιστωτών του οφειλέτη. Ουσιαστικά, λοιπόν, οι πιστωτές του οφειλέτη μέσα σε τρία (3) χρόνια από την εγγραφή στο μητρώο μπορούν να προχωρήσουν σε εκτέλεση ανεξαρτήτως του αν είναι ενέγγυοι ή όχι.

Να σημειώσουμε, βέβαια, σε αυτό το σημείο ότι αν δεν διαπιστωθεί ότι ο οφειλέτης έχει περιέλθει σε κατάσταση παύσης πληρωμών, όπως αναλύσαμε ανωτέρω, τότε η αίτηση πτώχευσης θα απορριφθεί, χωρίς να επέλθουν οι συνέπειες καταχώρισης στο Μητρώο και η ενδεχόμενη απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη του σε τρία (3) έτη από την καταχώριση του ονόματος του σε αυτό.

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι η (αν)επάρκεια της πτωχευτικής περιουσίας περιουσίας κρίνεται όχι σε σχέση με τη δυνατότητα ικανοποίησης των πιστωτών αλλά με βάση τη δυνατότητα κάλυψης των εξόδων της διαδικασίας! Αυτά απαριθμούνται στο άρθρο 167 του ως άνω νόμου και αφορούν τα ποσά που απαιτούνται για την ικανοποίηση των δικαστικών εξόδων, των εξόδων διοίκησης της πτωχευτικής περιουσίας και των ομαδικών πιστωμάτων.

Κρίσιμο, λοιπόν, είναι να δούμε τι θεωρείται ως πτωχευτική περιουσία και, συγκεκριμένα, ως ευχερώς και επαρκώς ρευστοποιήσιμη περιουσία.

Δ. Τι περιλαμβάνει η πτωχευτική περιουσία

Η πτωχευτική περιουσία περιλαμβάνει το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, οπουδήποτε και αν βρίσκονται, κατά τη στιγμή της κήρυξης του σε πτώχευση που ταυτίζεται χρονικά με τη δημοσίευση της απόφαση του δικαστηρίου. Οτιδήποτε άλλο αποκτήσει ο οφειλέτης μετά από αυτό το χρονικό σημείο δεν εντάσσεται στην πτωχευτική περιουσία. Σε περίπτωση εγγραφής στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας αυτονόητο είναι ότι δεν υφίσταται πτωχευτική περιουσία και οι δανειστές του οφειλέτη μπορούν ανά πάσα στιγμή να κατασχέσουν και να επισπεύσουν πλειστηριασμό για τα περιουσιακά του στοιχεία (βάσει του ά. 178 παρ. 2 του ν. 4738/2020).

Στην πτωχευτική περιουσία δεν εντάσσονται ακόμη τα ακατάσχετα βάσει του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας  (ενδεικτικά: τα πράγματα που είναι απολύτως απαραίτητα για τις στοιχειώδεις ανάγκες διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, τα πράγματα που είναι απαραίτητα για την εργασία του, οι απαιτήσεις διατροφής, μισθών, συντάξεων κλπ.), όπως και βάσει άλλων διατάξεων (π.χ. η εταιρική μερίδα στις προσωπικές εταιρείες είναι ακατάσχετη). Μέρος του εισοδήματος του οφειλέτη μπορεί, όμως, να ενταχθεί στην πτωχευτική περιουσία υπό τις προϋποθέσεις που αναφέρονται αμέσως πιο κάτω.

Ε. «Ευχερώς» και «επαρκώς» ρευστοποιήσιμη περιουσία

Ο νόμος ορίζει ότι πρέπει τα «μη βεβαρυμμένα» στοιχεία της (πτωχευτικής πάντα) περιουσίας του οφειλέτη να επαρκούν για την κάλυψη των εξόδων της πτωχευτικής διαδικασίας. Βάρη θεωρούνται η προσημείωση υποθήκης και η υποθήκη για τα ακίνητα και το ενέχυρο για τα κινητά. Συνεπώς, εφόσον ο οφειλέτης διαθέτει μόνο βεβαρυμμένα περιουσιακά στοιχεία, π.χ. μόνο ακίνητα βεβαρυμμένα με (προσημείωση) υποθήκης, τότε δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για ευχερώς ρευστοποιήσιμη με περιουσία, με συνέπεια να απορριφθεί η αίτηση και να διαταχθεί η καταχώριση στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας. 

Τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη πρέπει να είναι «ευχερώς» ρευστοποιήσιμα, να δύνανται, δηλαδή, να προκαλέσουν το αγοραστικό ενδιαφέρον. Όπως έχει, εξάλλου, κριθεί «σημασία έχει το ρευστοποιήσιμο των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη άμεσα και χωρίς μακροχρόνιες διαδικασίες ή άδειες. Τα διαθέσιμα περιουσιακά στοιχεία πρέπει να έχουν άμεσα επιτυγχανόμενη αξία εκκαθάρισης με βάση όχι την ονομαστική, αλλά την αξία που θα μπορούσαν να πετύχουν στην αγορά για την εξυπηρέτηση του σκοπού της πτώχευσης» (ΕφΑθ 1182/2019).

Σε περίπτωση που ο οφειλέτης διαθέτει μόνο ένα μη βεβαρυμμένο περιουσιακό στοιχείο, το οποίο είναι μικρής συγκριτικά αξίας, τότε ανακύπτει το ζήτημα αν είναι «επαρκώς» ρευστοποιήσιμο.

Έχει κριθεί πως «επαρκής περιουσία […] νοείται εκείνη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί άμεσα, δηλαδή σε εύλογο χρόνο από τη συζήτηση της υπόθεσης, αναλόγως του είδους του περιουσιακού στοιχείου και των συνθηκών της αγοράς και είναι ικανή να καλύψει τα έξοδα της πτωχευτικής διαδικασίας (ΑΠ 73/2014)».

Ο νόμος ορίζει όπως είδαμε ότι η μη βεβαρυμμένη περιουσία του οφειλέτη χρειάζεται να πιθανολογείται ότι  καλύπτει τα έξοδα της πτωχευτικής διαδικασίας χωρίς να γίνεται, ωστόσο, λόγος για κάποιο συγκεκριμένο ποσό, καθώς «τόσο η εμπορική αξία του ρευστοποιήσιμου περιουσιακού στοιχείου όσο και το ύψος των εξόδων της πτωχευτικής διαδικασίας προσδιορίζονται από το δικαστήριο κατά την δυνατότερη προσέγγιση».  Περιπτωσιολογικά και με βάση τη νομολογία μόνο μπορούμε, λοιπόν, να διακρίνουμε τα εξής:

- Για  το εάν ένα Ι.Χ. μπορεί να αποτελέσει «ευχερώς» και «επαρκώς» ρευστοποιήσιμη περιουσία.

Δεδομένου ότι οι περισσότεροι οφειλέτες είχαν λάβει στο παρελθόν κάποιο δάνειο, με συνέπεια η ακίνητη περιουσία τους να είναι βεβαρυμμένη, συχνά ανακύπτει το ζήτημα αν η επικείμενη εκποίηση του αυτοκινήτου τους αρκεί για να πιθανολογήσει το δικαστήριο ότι καλύπτονται τα έξοδα της διαδικασίας και να κηρύξει πτώχευση.

Η νομολογία εστιάζει στην παλαιότητα, την τιμή και το αγοραστικό ενδιαφέρον που θα προσελκύσει ένα αυτοκίνητο για να κρίνει. Ενώ προσφάτως κρίθηκε πως Ι.Χ. με έτος πρώτης κυκλοφορίας το 2004 και εκτιμώμενης αξίας 2.500€ είναι ευχερώς ρευστοποιήσιμο (ΕιρΧαλκ 571/2022), σε παλαιότερη απόφαση (ΜΠρΧαν 346/2012) αυτοκίνητο με έτος πρώτης κυκλοφορίας το 2001  και εκτιμώμενης αξίας τότε 3.000€ δεν κρίθηκε πρόσφορο προς εκποίηση, γιατί θεωρήθηκε πως λόγω της παλαιότητας του και της οικονομικής κρίσης, δεν θα προσελκύσει το αγοραστικό ενδιαφέρον. Αντίθετα, αυτοκίνητο με εκτιμώμενη αξία 5.000€ και έτος πρώτης κυκλοφορίας το 2005 (παλαιότητας 7 τότε ετών) κρίθηκε πως μπορεί να ρευστοποιηθεί, ενώ σε άλλη απόφαση (ΕιρΧαν 309/2011) αυτοκίνητο ίδιας αξίας και παλαιότητας (με έτος πρώτης κυκλοφορίας το 2004) δεν κρίθηκε πρόσφορο για εκποίηση. Είναι εμφανές ότι δεν μπορεί κανείς να εισάγει ένα ασφαλές κριτήριο για το πότε ένα Ι.Χ. πιθανολογείται ότι καλύπτει τα έξοδα της διαδικασίας. Μπορεί να συναχθεί, όμως, σαν γενικότερη παρατήρηση ότι ευχερώς ρευστοποιήσιμα κρίνοντα τα Ι.Χ. μεσαίου κυβισμού και μέσου κυβισμού, ενώ, εφόσον πρόκειται για Ι.Χ. έγγαμου με τέκνα οφειλέτη που εξυπηρετεί βασικές οικογενειακές ανάγκες, η ρευστοποίηση του κρίνεται απρόσφορη (ΕιρΘεσ 5106/2011).

- Για  το εάν ένα αγροτεμάχιο και ποσοστό συγκυριότητας σε ακίνητο μπορεί να αποτελέσει «ευχερώς» και «επαρκώς» ρευστοποιήσιμη περιουσία.

Είναι αυτονόητο πως μέσα από την εκποίηση ενός ακινήτου του οποίου ο οφειλέτης έχει την πλήρη κυριότητα μπορεί να καλυφθεί το κόστος της διαδικασίας, αλλά και να ικανοποιηθούν απαιτήσεις δανειστών. Το ερώτημα που ανακύπτει αν συμβαίνει το ίδιο με αγροτεμάχια εκτός σχεδίου πόλεως, αλλά και ακίνητα των οποίων ο οφειλέτης είναι συγκύριος.

Έχει κριθεί σε παλαιότερες αποφάσεις ότι αγροτεμάχια μικρής αξίας, όπως για παράδειγμα αγροτεμάχιο-βοσκότοπος αξίας 1.000 (ΕιρΑθ 44/2011), αγρός έκτασης 6.875 τ.μ. αξίας 1.000€ (ΕιρΙωαν 2/2011), «αγροτεμάχια με πετρώδες και άγονο έδαφος εντός των οποίων φύονται ελάχιστα ελαιόδεντρα χωρίς απόδοση, η συνολική αξία των οποίων δεν υπερβαίνει τα 3.500€» (ΕιρΕπιδαύρου 2/2011) δεν αποτελούν πρόσφορα και επαρκή προς ρευστοποίηση περιουσιακά στοιχεία.

Αντίστοιχα, για ακίνητα στα οποία η κυριότητα ανήκει στον οφειλέτη εξ αδιαιρέτου κατά συγκεκριμένο ποσοστό επ’ αυτού, έχει κριθεί στις πλείστες των περιπτώσεων πως δεν αποτελούν ευχερώς ρευστοποιήσιμη περιουσία. Ενδεικτικά, έχει κριθεί ότι δεν είναι πρόσφορο προς εκποίηση δικαίωμα συγκυριότητας 50% σε αγρό 1.000 τ.μ. και αντικειμενικής αξίας 5.000€ (ΕιρΑλεξ 145/2011), όπως και οικόπεδο με εμβαδόν 147,60 τ.μ. και με οικία 30 τ.μ. και αξίας 13.700€ επί του οποίου ο οφειλέτης είχε ποσοστό εξ αδιαιρέτου 46,857% λόγω μη προσδοκίας απολήψεως ανάλογου ανταλλάγματος (ΕιρΑθ 106/2011). Τέλος, δεν κρίθηκε πρόσφορο προς εκποίηση ακίνητο που βρίσκεται σε δασική έκταση και δε μπορεί να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον (ΕιρΑθ 123/2011). 

ΣΤ. Το εισόδημα

Στην πτωχευτική περιουσία, βάσει του νόμου, εντάσσεται μόνο  ετήσιο εισόδημα του οφειλέτη, κατά το μέρος που υπερβαίνει το ποσό των ετήσιων εύλογων δαπανών διαβίωσης του ίδιου και των μελών της οικογενείας του ή το δωδεκαπλάσιο του ακατάσχετου (δηλαδή τα 15.000€, δεδομένου ότι το ακατάσχετο μηνιαίως ανέρχεται στα 1.250€ βάσει α. 31 παρ. 2 ΚΕΔΕ), εξετάζοντας και λαμβάνοντας υπόψη το υψηλότερο εκ των δύο. Οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης προσδιορίζονται από στοιχεία που παρέχει η ΕΛΣΤΑΤ και διαμορφώνονται βάσει του αριθμού των μελών της οικογένειας του οφειλέτη. Αν οι προβλεπόμενες από την ΕΛΣΤΑΤ εύλογες δαπάνες διαβίωσης δεν ξεπερνάνε ετησίως τα 15.000€, τότε, όπως είπαμε, αυτομάτως λαμβάνουμε υπόψη το δωδεκαπλάσιο του ακατασχέτου (δηλαδή τα 15.000€). Έπειτα, συγκρίνουμε το ετήσιο εισόδημα του οφειλέτη με το δωδεκαπλάσιο του ακατασχέτου (ή με τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης αν το υπερβαίνουν). Εφόσον το εισόδημα είναι υψηλότερο, το ποσό της διαφοράς εντάσσεται στην πτωχευτική περιουσία.

Το ζήτημα περιπλέκεται στην περίπτωση που ο οφειλέτης είναι παντρεμένος και ο/η σύζυγος του έχει επίσης εισόδημα. Στην περίπτωση αυτή, για να βρούμε τη συνεισφορά του καθενός στις οικογενειακές δαπάνες αθροίζουμε, καταρχάς, τα μηνιαία εισοδήματα των δύο συζύγων και εξετάζουμε τον λόγο του εισοδήματος καθενός με το άθροισμα και των δύο (π.χ. αν ο οφειλέτης έχει μηναίο εισόδημα 1.500€ και ο/η σύζυγος έχει μηναίο εισόδημα 1.000€ τότε ο οφειλέτης συμμετέχει  στο 60% [αφού το 1.500 είναι το 60% του 2.500 (εφόσον 1.500 + 1.000 = 2.500)] και ο/η σύζυγος στο 40% του οικογενειακού εισοδήματος. Με βάση αυτό το ποσοστό, στη συνέχεια, εξετάζουμε τη συμμετοχή στις οικογενειακές δαπάνες. Αν, λοιπόν, με βάση το προηγούμενο παράδειγμα οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης της οικογένειας ανέρχονται μηνιαίως σε 1.500€, τότε ο οφειλέτης πρέπει να συνεισφέρει το 60%, όπως είδαμε κατ’ αναλογία με το εισόδημα του, δηλαδή η συμμετοχή του ανέρχεται σε 900€ μηνιαίως (1.500 Χ 60% = 900). Συνεπώς, το ποσό των 600€ (1.500 – 900) μηνιαίως, ως η διαφορά της συμμετοχής του οφειλέτη στις οικογενειακές δαπάνες από το συνολικό ποσό των οικογενειακών δαπανών, θα ενταχθεί στην πτωχευτική περιουσία, εφόσον το δικαστήριο κρίνει ότι επαρκεί για την κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας. Ξανά, δεν υπάρχουν στεγανά και σταθερές παράμετροι όσον αφορά το ποσό του εισοδήματος που θα οδηγήσει στην αποδοχή της αίτησης πτώχευσης, αλλά η κρίση εναπόκειται αποκλειστικά στο εκάστοτε δικαστήριο. Για παράδειγμα, ποσό ύψους 254,5€ ως το υπερβάλλον του εισοδήματος του οφειλέτη από το ποσό της συμμετοχής του στις οικογενειακές δαπάνες, με βάση την ως άνω μέθοδο υπολογισμού, κρίθηκε, σε πρόσφατη υπόθεση που χειριστήκαμε, ότι δεν μπορεί να καλύψει τα έξοδα της πτωχευτικής διαδικασίας, με συνέπεια να διαταχθεί η εγγραφή στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας.

Ζ. Επίλογος

Καταληκτικά, ο οφειλέτης προτού υποβάλλει αίτηση πτώχευσης είναι σημαντικό να γνωρίζει πώς η περιουσιακή του κατάσταση μπορεί να επηρεάσει την έκβαση της υπόθεσής του. Και αυτό, διότι, όπως είδαμε, από τα όσα ορίζει ο νόμος σε συνδυασμό με την έλλειψη ειδικότερων προβλέψεων, ο δικαστής έχει την ευχέρεια να κρίνει διαφορετικά, με βάση τα εκάστοτε δεδομένα της κάθε περίπτωσης. 

Διαβάστε περισσότερα
 
back to top