Λυκαβηττού 2, Κολωνάκι, 210 36 41 214 - 210 36 46 874

main image

Η Πτώχευση «Μικρού Αντικειμένου» Σύμφωνα με τον Νέο Πτωχευτικό Κώδικα


πτώχευση μικρού αντικειμένου

Legal Insight

Φεβρουάριος 2022

Γιώργος Ζαούρης, Ασκ. Δικηγόρος

(αναδημοσίευση από ot.gr)

Περίληψη: Με την εισαγωγή του νόμου 4738/2020 στην ημεδαπή έννομη τάξη άλλαξε σε μεγάλο βαθμό το τοπίο σε ό, τι αφορά στον κλάδο του πτωχευτικού δικαίου. Η πιο σημαντική αλλαγή είναι ότι, σε αντίθεση με το προϊσχύον πτωχευτικό δίκαιο, με το άρθρο 76§1 του ν. 4738/2020 αποσυνδέεται η διαδικασία της πτώχευσης από την εμπορική ιδιότητα και προβλέπεται η δυνατότητα υπαγωγής στις ρυθμίσεις του ως άνω νόμου όλων των φυσικών προσώπων ανεξαιρέτως, τα οποία αποκτούν πλέον πτωχευτική ικανότητα. Στο παρόν άρθρο παρουσιάζονται τα βασικά στοιχεία της διαδικασίας για την απαλλαγή των φυσικών προσώπων από τα χρέη τους.

Με την εισαγωγή του νόμου 4738/2020 στην ημεδαπή έννομη τάξη άλλαξε σε μεγάλο βαθμό το τοπίο σε ό, τι αφορά στον κλάδο του πτωχευτικού δικαίου. Η πιο σημαντική αλλαγή είναι ότι, σε αντίθεση με το προϊσχύον πτωχευτικό δίκαιο, με το άρθρο 76§1 του ν. 4738/2020 αποσυνδέεται η διαδικασία της πτώχευσης από την εμπορική ιδιότητα και προβλέπεται η δυνατότητα υπαγωγής στις ρυθμίσεις του ως άνω νόμου όλων των φυσικών προσώπων ανεξαιρέτως, τα οποία αποκτούν πλέον πτωχευτική ικανότητα. Παράλληλα, όλες οι «παραπτωχευτικές» διαδικασίες (όπως ο νόμος Δένδια, ήτοι νόμος 4307/2014) που δεν ήταν μέρος του Πτωχευτικού Κώδικα, καθώς και ο θεσμός της «αστικής πτώχευσης» που εισήχθη στην Ελλάδα με τον πολύ διαδεδομένο και εφαρμοσμένο στην πράξη νόμο 3869/2010 («νόμος Κατσέλη» - οποίος έχει ήδη καταργηθεί από τον ν. 4735/2020 και εφαρμόζεται μόνο σε εκκρεμείς διαδικασίες) για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, έχουν πλέον είτε καταργηθεί είτε ενταχθεί στο νέο Κώδικα Αφερεγγυότητας, όπως δόκιμα ονομάστηκε. Οι νέες διατάξεις εφαρμόστηκαν για πρώτη φορά σε διαδικασίες πτώχευσης που εκκίνησαν από 1.3.2021. Ωστόσο, κατ’ εξαίρεση, οι διατάξεις των άρθρων 172-188 του ν. 4738/2020 που ρυθμίζουν την «απλοποιημένη διαδικασία πτώχευσης μικρού αντικειμένου» άρχιζαν να εφαρμόζονται από 1.6.2021 (βλ. 263§1, άρθρο 308 και άρθρο 265§1 περ. α’ του νόμου 4738/2020).

Το παρόν άρθρο προσπαθεί να διασαφηνίσει τις νέες αλλαγές και το πώς η «απλοποιημένη διαδικασία πτώχευσης μικρού αντικειμένου» (άρθρα 172-188 του ν. 4738/2020) μπορεί να οδηγήσει στην παροχή «δεύτερης ευκαιρίας» (fresh start - βλ. και παλιότερο άρθρο στο site μας αναφορικά με το θέμα αυτό εδώ), δίνοντας λύση στο οικονομικό αδιέξοδό τους.

1. Πότε μπορεί να «πτωχεύσει» κανείς;

Για να κηρυχθεί ο οφειλέτης σε πτώχευση πρέπει να βρίσκεται σε κατάσταση παύσης πληρωμών, δηλαδή να «αδυνατεί να εκπληρώνει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές υποχρεώσεις του κατά τρόπο γενικό και μόνιμο». Μάλιστα, «δεν αποτελούν εκπλήρωση των υποχρεώσεων οι πληρωμές που πραγματοποιούνται με δόλια ή καταστρεπτικά μέσα» (ά. 77 § 1 ν. 4738/2020). Για τις πτωχεύσεις «μικρού αντικειμένου», ειδικότερα, υπάρχει, εκτός αποδείξεως του αντιθέτου, τεκμήριο (αναλογικά από το α. 77§2) παύσης πληρωμών για τον οφειλέτη «όταν δεν καταβάλλει τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του προς το Δημόσιο, τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης ή πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, σε ύψος τουλάχιστον 60% των συνολικών ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών του για περίοδο τουλάχιστον έξι (6) μηνών, εφόσον η μη εξυπηρετούμενη υποχρέωσή του υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ». Αυτό σημαίνει ότι, εφόσον οι δανειστές με την υποβληθείσα παρέμβασή τους  δεν αποδείξουν το αντίθετο και πληρούνται τα ως άνω κριτήρια, τεκμαίρεται αυτομάτως ότι υφίσταται η παύση πληρωμών που απαιτείται για να εισαχθεί ο οφειλέτης στο καθεστώς της πτωχευτικής διαδικασίας.

2. Τι σημαίνει ο όρος «πτωχεύσεις μικρού αντικειμένου» και ποιους αφορά;

Το σημαντικότερο είναι να εντοπίσουμε ποιους αφορούν οι εν λόγω διατάξεις. Σύμφωνα, λοιπόν, με το άρθρο 78§2 του ν. 4738/2020 μικρού αντικειμένου πτωχεύσεις ορίζονται «αυτές οι οποίες ο οφειλέτης ικανοποιεί τα κριτήρια προσδιορισμού της πολύ μικρής οντότητας του άρθρου 2 του ν. 4308/2014 (Α’ 251)». Το επόμενο ερώτημα που αμέσως ανακύπτει είναι τι εντάσσεται στην έννοια της «πολύ μικρής οντότητας». Αναλυτικότερα, πολύ μικρές οντότητες θεωρούνται, λοιπόν, εκείνες οι οποίες «κατά την ημερομηνία του ισολογισμού τους δεν υπερβαίνουν τα όρια δύο τουλάχιστον από τα ακόλουθα τρία κριτήρια:

α) Σύνολο ενεργητικού (περιουσιακών στοιχείων): 350.000 ευρώ.

β) Καθαρό ύψος κύκλου εργασιών: 700.000 ευρώ.

γ) Μέσος όρος απασχολουμένων κατά τη διάρκεια της περιόδου: 10 άτομα.

Τα παραπάνω κριτήρια αναφέρονται σε νομικά πρόσωπα, ωστόσο, ο νομοθέτης υποδεικνύει την αναλογική εφαρμογή τους και σε φυσικά πρόσωπα με βάση το ενεργητικό της περιουσίας τους. Δηλαδή για την ένταξη στη διαδικασία της πτώχευσης μικρού αντικειμένου, θα πρέπει το ενεργητικό της περιουσίας του προσώπου να μην ξεπερνά τις 350.000 ευρώ. Πιο συγκεκριμένα, η ακίνητη περιουσία του φυσικού προσώπου, εφόσον αυτή βρίσκεται στην Ελλάδα, αποτιμάται βάσει της φορολογητέας αξίας για τον υπολογισμό του ΕΝ.Φ.Ι.Α. (βάσει του ν. 4223/2013), όπως αυτή προκύπτει από την τελευταία πράξη προσδιορισμού φόρου (α. 11 § 1 ν.4738/2020 – εκτός αν βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως και υπολογίζεται βάσει της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου), ενώ, εφόσον αυτή βρίσκεται στην αλλοδαπή, βάσει της εμπορικής αξίας από έκθεση εκτιμητή ακινήτων (α. 11 § 2 ν.4738/2020).

3. Ποια είναι η διαδικασία που ακολουθείται στην πτώχευση «μικρού αντικειμένου» και ποια τα πιθανά εμπόδια που θα συναντήσει ο οφειλέτης;

Για την «μικρού αντικειμένου πτώχευση» ακολουθείται μία «απλοποιημένη», σύμφωνα με τον νόμο, διαδικασία που όπως θα δούμε ως στόχο έχει την οικονομία της δίκης και την ταχύτερη ένταξη του οφειλέτη στο καθεστώς προστασίας του πτωχευτικού δικαίου.

Ειδικότερα, δυνάμει του άρθρου 172 § 2 ν. 4738/2020 το καθ’ ύλην αρμόδιο πτωχευτικό δικαστήριο για την εν λόγω πτωχευτική διαδικασία είναι πάντοτε το Ειρηνοδικείο, κατά παρέκκλιση των όσων ορίζει το άρθρο 78 § 1 του ίδιου νόμου. Για να εντοπίσουμε, έπειτα, και ποιο είναι το κατά τόπο αρμόδιο Ειρηνοδικείο εξετάζουμε εάν ο οφειλέτης ασκεί ή όχι επιχειρηματική δραστηριότητα. Εφόσον η απάντηση στο τελευταίο ερώτημα είναι θετική, κρίσιμο είναι το κέντρο των κύριων συμφερόντων του (α. 78 § 3 ν.4738/2020), ειδάλλως, είναι ο τόπος της κύριας κατοικίας του οφειλέτη, όπως αυτή προκύπτει από την τελευταία φορολογική του δήλωση. Για τους πιστωτές που υποβάλλουν οι ίδιοι την αίτηση πτώχευσης μπορούν να λάβουν γνώση της σχετικής πληροφορίας με αίτηση τους προς την ΑΑΔΕ. Για τα νομικά πρόσωπα, μάλιστα, ως κέντρο κύριων συμφερόντων νοείται κατά τεκμήριο η καταστατική τους έδρα.

 Η αίτηση πτώχευσης μπορεί να υποβληθεί από τον ίδιο τον οφειλέτη, τους πιστωτές του ή από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών, εφόσον συντρέχει λόγος δημοσίου συμφέροντος (α. 78 § 2, 79 § 1 ν.4738/2020). Η αίτηση υποβάλλεται ηλεκτρονικά στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας (εφεξής «Η.Μ.Φ.»), στην ηλεκτρονική διεύθυνση https://www.gov.gr/upourgeia/upourgeio-oikonomikon/oikonomikon/katakhorise-sto-elektroniko-metroo-pheregguotetas. 

Ορισμένα ειρηνοδικεία ζητούν την κατάθεση του δικογράφου της αίτησης και σε φυσική μορφή προκειμένου να λάβει Γενικό και Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης (Γ.Α.Κ. και Ε.Α.Κ., όπως λαμβάνει παραδοσιακά κάθε δικόγραφο που κατατίθεται) και να σχηματιστεί ο οικείος φάκελος και σε φυσική μορφή. Αυτό δικαιολογείται από το γεγονός ότι τα συγκεκριμένα Ειρηνοδικεία δεν έχουν πιστοποιηθεί στο ηλεκτρονικό σύστημα, με συνέπεια να μην λαμβάνει η αίτηση αριθμό κατάθεσης, όπως προβλέπεται ηλεκτρονικά και να μην εκκινεί το προβλεπόμενο στον νόμο 30ήμερο εντός του οποίου η αίτηση πτώχευσης πρέπει να δημοσιοποιηθεί.

Σύμφωνα με το άρθρο 79 § 3 ν. 4738/2020 πληροφορούμαστε ότι, για να μην απορριφθεί η αίτηση ως απαράδεκτη, «στην αίτηση πρέπει να αναγράφονται το όνομα, το επώνυμο, το πατρώνυμο, η επωνυμία, ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.), καθώς και η διεύθυνση, όπου ο οφειλέτης έχει την κατοικία του ή κατά περίπτωση το κέντρο των κύριων συμφερόντων του και τις τυχόν δευτερεύουσες εγκαταστάσεις του. Επίσης στην αίτηση που αφορά έμπορο πρέπει να αναγράφεται και ο αριθμός Γενικού Εμπορικού Μητρώου του οφειλέτη», ενώ σύμφωνα με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου «Περαιτέρω η αίτηση πρέπει να αναφέρει τον προτεινόμενο σύνδικο με το όνομα, επώνυμο, και τη διεύθυνση αυτού και η αίτηση να συνοδεύεται από έγγραφη δήλωση του υποψήφιου συνδίκου ότι αποδέχεται τον διορισμό και από δήλωσή του περί μη υπάρξεως κωλύματος». 

Να τονιστεί ότι δεν είναι απαραίτητη η αναφορά συνδίκου, εφόσον την αίτηση υποβάλλει ο οφειλέτης και η αίτηση περιέχει δήλωση ότι δεν κατέστη δυνατή η ανεύρεση υποψήφιου συνδίκου που να αποδεχθεί τον διορισμό. Επιπλέον,  η αίτηση πρέπει να περιέχει τις χρηματοοικονομικές καταστάσεις του οφειλέτη, εφόσον αυτές υπάρχουν, διαφορετικά, είναι απαραίτητο να υπάρχουν: α) η τελευταία δήλωση φόρου εισοδήματος, β) η δήλωση στοιχείων ακινήτων και γ) η κατάσταση οικονομικών στοιχείων από επιχειρηματική δραστηριότητα, εφόσον ο οφειλέτης έχει αναπτύξει τέτοια (ά.174 ν.4738/2020). Σε κάθε περίπτωση, η αίτηση πρέπει οπωσδήποτε να συνοδεύεται από  κατάσταση με το σύνολο των δανειστών του οφειλέτη, βεβαίωση από την αρμόδια ΔΟΥ για τα χρέη προς το Δημόσιο (αν υπάρχουν) και σε πρωτότυπο, με ποινή απαραδέκτου, γραμμάτιο κατάθεσης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων διακοσίων πενήντα (250) ευρώ για την αντιμετώπιση των πρώτων εξόδων της πτώχευσης. Η βεβαίωση πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο τις βεβαιωμένες οφειλές του αιτούντος, ατομικές και από συνυπευθυνότητα αλλά και τυχόν φορολογικές εκκρεμότητες αυτού. Τονίζεται ότι αν κριθεί ότι η περιουσία του οφειλέτη (συγκεκριμένα τα μη βεβαρυμένα με υποθήκη ή  με ενέχυρο στοιχεία της) είναι μη ρευστοποιήσιμη και οι ετήσιες απολαβές του «δεν υπερβαίνουν τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης», τότε δεν κηρύσσεται πτώχευση, αλλά ο οφειλέτης εγγράφεται στο Η.Μ.Φ. και το γραμμάτιο των διακοσίων πενήντα ευρώ του επιστρέφεται, εφόσον το είχε ήδη καταβάλλει. Όπως θα εξηγήσουμε και πιο κάτω, και σε αυτή την περίπτωση μπορούν να επέλθουν τα ευνοϊκά αποτελέσματα της απαλλαγής. Εφόσον η αίτηση υποβάλλεται από τον ίδιο τον οφειλέτη, είναι απαραίτητη η συναίνεσή του στην άρση του τραπεζικού και φορολογικού του απορρήτου. Σε περίπτωση που η αίτηση πτώχευσης ασκείται από τους πιστωτές χρειάζεται να κοινοποιηθεί εντός δέκα εργασίμων ημερών στους υπόλοιπους διαδίκους προκειμένου να λάβουν γνώση, χωρίς όμως να ορίζεται το αφετηριακό σημείο εκκίνησης της εν λόγω προθεσμίας.

Το κύριο εμπόδιο που μπορεί να συναντήσει ο οφειλέτης στη συγκεκριμένη διαδικασία πτώχευσης είναι οι παρεμβάσεις που μπορεί να υποβάλλουν οι δανειστές του μέσω του Η.Μ.Φ.. Βάσει του άρθρου 213, μάλιστα, όλες οι διαδικαστικές πράξεις και τα ένδικα βοηθήματα ασκούνται ηλεκτρονικά μέσω του Η.Μ.Φ.. Εάν οι δανειστές δεν υποβάλλουν καθόλου ή υποβάλλουν πρόσθετη παρέμβαση που αφορά το διορισμό συνδίκου (δηλαδή το πρόσωπο που θα διοριστεί από το δικαστήριο και θα είναι επιφορτισμένο με την επίβλεψη της διαδικασίας, τη διαχείριση και την εκποίηση της περιουσίας του οφειλέτη), τότε με την παρέλευση τριάντα ημερών (30) από τη δημοσίευση της αίτησης πτώχευσης στο Η.Μ.Φ. η αίτηση γίνεται αυτομάτως δεκτή (ά. 173 ν. 4738/2020). Αντιθέτως, η υποβολή κύριας παρέμβασης με αίτημα την απόρριψη της αίτησης διαφοροποιεί τη διαδικασία, καθότι μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την υποβολή της αίτησης πτώχευσης οι δύο πλευρές οφείλουν να καταθέσουν προτάσεις, με τη δυνατότητα προσθήκης/αντίκρουσης εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών μετά τη συμπλήρωση εξήντα (60) ημερών. Με την παρέλευση της προθεσμίας για προσθήκη/αντίκρουση το Ειρηνοδικείο είναι υποχρεωμένο να εκδώσει απόφαση εντός δύο (2) μηνών. Πρόκειται, δηλαδή, για μία τυπική και έγγραφη, καταρχήν, διαδικασία, κατά την οποία η αίτηση πτώχευσης συζητείται χωρίς  ακροαματική διαδικασία. Αυτό, σε αντίθεση με την κύρια διαδικασία πτώχευσης, όπου ακολουθούνται οι κανόνες που διέπουν την εκούσια δικαιοδοσία (747 – 781 ΚΠολΔ). Με την απόφαση που θα εκδώσει το δικαστήριο, και, εφόσον γίνει δεκτή η αίτηση πτώχευσης, θα διοριστεί σύνδικος και θα οριστεί ημερομηνία παύσης πληρωμών (ά. 177 § 5 ν.4738/2020). Ο νομοθέτης ορίζει ότι η απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου υπόκειται μόνο στο ένδικο μέσο της εφέσεως (ά 187 ν.4738/2020).

Για να ολοκληρωθεί η διαδικασία και να κηρυχθεί η πτώχευση από το πτωχευτικό δικαστήριο χρειάζεται με βάση τα οικονομικά στοιχεία που τίθενται υπόψη του να  πιθανολογηθεί ότι η περιουσία ή το εισόδημα του οφειλέτη, επαρκούν για την κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας. Άλλως, το δικαστήριο διατάσσει την καταχώριση του ονόματος ή της επωνυμίας, κατά περίπτωση, του οφειλέτη στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας (α. 77 § 4, 178 ν.4738/2020) και επιστρέφεται, όπως τονίστηκε ανωτέρω, το παράβολο, εφόσον είχε κατατεθεί.

4. Απαλλάσσεται τελικά ο οφειλέτης από τα χρέη του;  

Η απάντηση είναι πως ναι, μπορεί να απαλλαχθεί, τρία (3) έτη μετά την κήρυξη της πτώχευσης ή την εγγραφή στο Η.Μ.Φ. ανεξαρτήτως της αναγγελίας των απαιτήσεων (ά.192 ν.4738/2020). Υπάρχει, επίσης, και η δυνατότητα απαλλαγής στο ένα (1) έτος, όταν η πτωχευτική περιουσία περιλαμβάνει την κύρια κατοικία του οφειλέτη ή/και άλλα πάγια περιουσιακά του στοιχεία που υπερβαίνουν σε αξία το δέκα τοις εκατό (10%) των συνολικών του υποχρεώσεων και η ελάχιστη αξία τους δεν υπολείπεται των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, εξαιρουμένων όσων έχουν αποκτηθεί στην διάρκεια των δώδεκα (12) μηνών που προηγούνται της υποβολής της αίτησης πτώχευσης (α. 92 § 3).Η απαλλαγή του οφειλέτη αφορά οφειλές ατομικές (δηλαδή βεβαιωμένες στον ΑΦΜ του οφειλέτη) ή οφειλές από συνυπευθυνότητα (δηλαδή βεβαιωμένες στον ΑΦΜ τρίτου προσώπου, για την καταβολή των οποίων ο οφειλέτης ευθύνεται εις ολόκληρον με το πρόσωπο αυτό), οι οποίες ανάγονται σε χρόνο πριν την υποβολή της αίτησης πτώχευσης, ανεξαρτήτως  χρόνου έκδοσης του νόμιμου τίτλου είσπραξης και ανεξαρτήτως αν οι οφειλές έχουν αναγγελθεί ή όχι. Σημειώνουμε πως ο μισθός και η σύνταξη περιλαμβάνονται στα ακατάσχετα (βάσει 982 § 2 ΚΠολΔ), οπότε το μεγαλύτερο μέρος του ετήσιου εισοδήματος βρίσκεται αυτομάτως εκτός πτωχευτικής περιουσίας, δυνάμει και του γεγονότος ότι ο νόμος δεν εντάσσει ούτως ή άλλως στην τελευταία το εισόδημα που αντιστοιχεί στις εύλογες δαπάνες διαβίωσης. 

Ωστόσο, το προνόμιο της απαλλαγής δεν είναι εξασφαλισμένο, διότι οποιοδήποτε πρόσωπο με έννομο συμφέρον μπορεί να ασκήσει προσφυγή κατά της απαλλαγής του οφειλέτη. Το περιεχόμενο της προσφυγής μπορεί να έγκειται σε δόλιες ενέργειες του οφειλέτη που συνίστανται σε απόκρυψη εισοδημάτων ή περιουσιακών στοιχείων και, γενικότερα, τη μη συνεργασία κατά τη διαδικασία της πτώχευσης (α. 173 § 1 ν.4738/2020). Αυτό είναι και το τελευταίο – και ίσως σημαντικότερο- εμπόδιο που θα συναντήσει ο υποψήφιος «πτωχός» οφειλέτης στον δρόμο προς την υγιή επανένταξη του στην αγορά και την οικονομική εν γένει δραστηριότητα.

5. Αντί επιλόγου

Ο νεοσύστατος Κώδικας Αφερεγγυότητας αποτελείται από διατάξεις μη δοκιμασμένες επαρκώς στην πράξη, με κενά και ασάφειες - οι διατάξεις 172 – 188 για την πτώχευση «μικρού αντικειμένου» δεν αποτελούν την εξαίρεση. Σε μια από τις πρώτες αποφάσεις στο νέο αυτό θεσμό, η αίτηση πτώχευσης εντολέως μας έγινε προσφάτως δεκτή, με το Δικαστήριο να στηρίζεται στο γράμμα του νόμου και να κρίνει ότι βρίσκεται σε αδυναμία εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της κατά τρόπο γενικό και μόνιμο (περισσότερα σχετικά με την απόφαση εδώ). 

Διαβάστε περισσότερα
 
back to top