Λυκαβηττού 2, Κολωνάκι, 210 36 41 214 - 210 36 46 874

main image

H Ένδικη Προστασία της Νομής από την Προσβολή ή τη Διατάραξή της


H Ένδικη Προστασία της Νομής από την Προσβολή ή τη Διατάραξή της

Legal Insight

Ιούλιος 2022

Γιώργος Ζαούρης, Ασκ. Δικηγόρος

Περίληψη: Στο παρόν άρθρο εξετάζονται οι δυνατότητες που παρέχει ο νόμος για άμεση και αποτελεσματική ένδικη προστασία της νομής από την προσβολή ή τη διατάραξή της.

1. Εισαγωγικά

Βασικό θεμέλιο κατανόησης της παρούσας θεματικής είναι το τι ακριβώς αποτελεί η έννοια της «νομής». Νομή, υπό στενή έννοια, είναι η φυσική εξουσία στο πράγμα, η οποία ασκείται με διάνοια κυρίου (άρθρο 974 ΑΚ). Η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πεποίθηση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στο δικαιούχο αυτής. Η διάνοια κυρίου εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειρισθεί και ο ιδιοκτήτης, χωρίς να απαιτείται να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας,  ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει την κυριότητα (Εφ Πειρ 138/2020).

Χρειάζεται, δηλαδή, αφενός να συντρέχει το υλικό – σωματικό στοιχείο της φυσικής εξουσίασης του πράγματος (corpus) όσο και το πνευματικό (animus), αυτό της διάνοιας κυρίου. Πιο αναλυτικά, η φυσική εξουσίαση αποτελεί πραγματική κατάσταση και ορίζεται ως η σωματική σχέση του προσώπου με το πράγμα κατά τρόπο, ώστε να μπορεί ο έχων τη νομή – ο νομέας δηλαδή - να επιδρά σε αυτό. Βάσει και της υπ’ αριθμόν 211/2010 απόφασης του Αρείου Πάγου (ΑΠ 211/2010): «Φυσική εξουσίαση του πράγματος αποτελεί η άσκηση πράξεων που προσιδιάζουν στη φύση και στον προσδιορισμό του πράγματος, ώστε κατά την αντίληψη των συναλλαγών να θεωρείται ότι αυτό βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα. Υπάρχει, επίσης, όταν ο νομέας δεν βρίσκεται σε διαρκή σωματική επαφή με το πράγμα, αλλά έχει την εποπτεία και τη δυνατότητα άσκησης φυσικής εξουσίας κάθε στιγμή». Μάλιστα, η νομή που αποκτήθηκε «εξακολουθεί να διατηρείται και χωρίς τη διαρκή ενεργό παρουσία των κτητικών όρων αυτής, χωρίς δηλαδή να είναι ανάγκη ο νομέας να διατελεί διαρκώς σε σωματική επαφή προς το πράγμα, ούτε να είναι σε συνεχή εγρήγορση και να έχει αδιάκοπα κατευθυνόμενη τη διάνοια κυρίου προς αυτό» (ΑΠ 108/2011). Η διάνοια κυρίου, από την άλλη, συνίσταται στην επιθυμία του έχοντος το πράγμα να το νέμεται απεριόριστα, διαρκώς και αποκλειστικά για τον ίδιο, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει με το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας. Αντιδιαστέλλεται, έτσι, η νομή από την κατοχή, εφόσον η τελευταία αναφέρεται σε περιορισμένη ποιοτικά και χρονικά φυσική εξουσίαση, από την οποία απουσιάζει η διάνοια κυρίου. Τονίζεται, επίσης, ότι η νομή δεν είναι δικαίωμα, αλλά «κατάσταση», η οποία μπορεί να ομοιάζει και να απορρέει, αλλά δεν ταυτίζεται με την κυριότητα, καθότι ο νομέας δεν είναι οπωσδήποτε και ο κύριος του πράγματος.

Ο νόμος δίνει το δικαίωμα στον νομέα να αμυνθεί σε περίπτωση αποβολής ή διατάραξης από τη νομή του με τις αντίστοιχες αγωγές στα άρθρα 987 και 989 του Αστικού Κώδικα (ΑΚ). Οι εν λόγω αγωγές χρειάζεται να ασκηθούν εντός ενός έτους (άρθρο 992 ΑΚ) από τη διαταρακτική στο αντικείμενο ενέργεια. Σε διαφορετική περίπτωση, παραγράφεται η αξίωση που απορρέει από τη νομή (άρθρο 261 ΑΚ), διότι βάσει της κρατούσας γνώμης τα ασφαλιστικά μέτρα νομής δεν επιφέρουν τη διακοπή της παραγραφής. Εφόσον περάσει άπρακτη η προθεσμία του ενός έτους απομένει, λοιπόν, μόνο η άσκηση της διεκδικητικής αγωγής (άρθρο 1094 ΑΚ). Σημειώνεται πως η διατάραξη αναφέρεται στην παρεμπόδιση της ομαλής άσκησης της νομής και δεν εκτείνεται έως την αφαίρεση του αντικειμένου της νομής του πράγματος από τον νομέα, εφόσον και η αποστέρηση άσκησης της νομής σε μέρος ενός ακινήτου λογίζεται ως αποβολή.

Επειδή η διαδικασία εκδίκασης των ως άνω αγωγών είναι χρονοβόρα και ελλοχεύει ο κίνδυνος φθοράς ή καταστροφής του προσβαλλόμενου αντικειμένου, προβλέπεται η ταχύτερη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων νομής. 

2. Διαδικασία και αρμόδιο δικαστήριο

Τα ασφαλιστικά μέτρα νομής εκδικάζονται κατά τις γενικές διατάξεις που προβλέπονται για κάθε διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 682 επόμενα του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας – ΚΠολΔ -). Αυτό συνεπάγεται ότι για την εκδίκασή τους προβλέπεται προφορική συζήτηση και ότι δεν απαιτείται πλήρης δικανική πεποίθηση του δικαστή, παρά απλά η πιθανολόγηση, λόγω της ταχείας διαδικασίας και του στοιχείου του επείγοντος. Εξάλλου, την οριστική κρίση θα εκφέρει ο δικαστής του δικαστηρίου όπου θα εισαχθεί η κύρια αγωγή. Τα ασφαλιστικά μέτρα σε κάθε είδους υποθέσεις νομής (ή κατοχής) διατάσσονται αποκλειστικά από το Ειρηνοδικείο της περιφέρειας στην οποία βρίσκεται το ακίνητο τη νομή του οποίου αφορά (άρθρο 29 ΚΠολΔ), ενώ αν πρόκειται για κινητό, είτε στο Ειρηνοδικείο της κατοικίας του εναγομένου είτε του τόπου, όπου αυτό βρίσκεται, ως εγγύτερου του τόπου εκτέλεσης της απόφασης (άρθρο 686 παρ. 3 ΚΠολΔ). Το ειρηνοδικείο «δικαιούται να διατάξει οποιοδήποτε ασφαλιστικό μέτρο κρίνει πρόσφορο και ιδίως να επιτρέψει ή να απαγορεύσει πράξεις νομής ή κατοχής ή να επιδικάσει τη νομή ή την κατοχή σε κάποιον από τους διαδίκους, είτε με παροχή είτε χωρίς παροχή εγγύησης» (άρθρο 734 παρ. 2 ΚΠολΔ). 

3. Προϋποθέσεις - Περιεχόμενο της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων νομής

Αναγκαία στοιχεία της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων είναι, σε κάθε περίπτωση, δυνάμει του άρθρου 688 ΚΠολΔ, ο προσδιορισμός του ζητούμενου μέτρου και η αναφορά των γεγονότων που θεμελιώνουν, αφενός μεν το ασφαλιστέο δικαίωμα, για το οποίο ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, και αφετέρου τον επικείμενο κίνδυνο ή την επείγουσα περίπτωση (ΜονΠρΑθ 7803/2014). Εξειδικεύοντας τα παραπάνω, για τα ασφαλιστικά μέτρα νομής, συγκεκριμένα, απαραίτητα στοιχεία είναι:

Η ύπαρξη (τουλάχιστον ήδη γεγενημένου) δικαιώματος που θεμελιώνει το αίτημα προστασίας του με τα ασφαλιστικά μέτρα νομής.

Η εξατομίκευση του επίδικου πράγματος (ΠολΠροδ 345/2009, ΕιρΜαραθ 191/2012).

Η αναφορά πράξεων φυσικού εξουσιασμού από τον αιτούντα που να θεμελιώνουν τη νομή του κατά τον χρόνο της προσβολής (ΠολΠΡοδ 254/2006). 

Η περιγραφή των πράξεων της προσβολής. Απαιτείται να λαμβάνει χώρα ανθρώπινη και συνειδητή ενέργεια χωρίς τη βούληση του νομέα, η οποία είναι παράνομη, αντίκειται, δηλαδή, σε απαγορευτική διάταξη του νόμου και

Η επείγουσα περίπτωση για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων (ΕιρΡοδ 45/2007). Ουσιαστικά, ο νόμος εννοεί την ύπαρξη ασυνήθιστης ανάγκης έκτακτης δικαστικής προστασίας του διαδίκου που δικαιολογείται από την ύπαρξη και τη συνδρομή παρόντων πραγματικών περιστατικών κάποιου συγκεκριμένου κινδύνου ματαίωσης της απαίτησης ή επείγουσας περίπτωσης της παρούσας στιγμής. Επείγουσα περίπτωση συντρέχει όταν υπάρχει ανάγκη προσωρινής απόλαυσης του ασφαλιστέου δικαιώματος από τον φερόμενο ως δικαιούχο του, γιατί με την πάροδο του χρόνου πρόκειται να επέλθει ουσιώδης βλάβη, οποιουδήποτε είδους, είτε στην υλική φύση του αντικειμένου είτε στον δικαιούχο (ΜΠΑθ 2967/07). Εξάλλου, η έννοια του κατεπείγοντος είναι διαρκώς παρούσα («αυτόθροη» -  ΕιρΠειρ 1982/2013) εφόσον διαπιστωθεί η προσβολή της νομής και η ανάγκη αποκατάστασης της («[...] η επείγουσα περίπτωση, δηλ. η ανάγκη να ενεργοποιηθεί προσωρινά η εριζόμενη, έννομη σχέση, παρίσταται αυτόθροη, όταν πιθανολογηθεί η ύπαρξη του ασφαλιστέου δικαιώματος καθώς και η προσβολή του. Ειδικότερα, όταν προσβάλλεται η νομή (με αποβολή ή διατάραξη) το Δικαστήριο των ασφαλιστικών μέτρων έχει τη δυνατότητα ν` αποκαταστήσει προσωρινά την τρωθείσα φυσική εξουσία του αιτούντος στο διαφιλoνικούμενο πράγμα, κατά τη ρητή διάταξη της ΚΠολΔ 734 §2, ακριβώς επειδή η προσβολή και μόνο της εν λόγω εξουσίας του δημιούργησε eo ipso την ανάγκη να συνεχίσει αυτός προσωρινά ν` ασκεί το διαφιλoνικούμενο δικαίωμα του, με άλλα λόγια να ενεργοποιηθεί προσωρινά το δικαίωμα του αυτό» – 28/2007 Ειρηνοδικείο Άργους). 

Αν και δεν τονίζεται, μείζονος σημασίας είναι η ακριβής χρονική οριοθέτηση της προσβλητικής για τη νομή πράξη, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής δεν πάσχει αοριστίας και απορριφθεί εξαιτίας του λόγου αυτού. Στη συνέχεια, χρειάζεται με παραγγελία σε αρμόδιο δικαστικό επιμελητή να επιδοθεί επικυρωμένο αντίγραφο της αίτησης των ασφαλιστικών μέτρων νομής στον αντίδικο προκειμένου να λάβει γνώση για τον τόπο και τον χρόνο της συζήτησης. Κατόπιν αυτού, μέχρι την τελεσιδικία της απόφασης επί της ήδη κατατεθείσας και επιδοθείσας αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, δεν είναι δυνατή η υποβολή νέας με το ίδιο περιεχόμενο. 

4. Εκδίκαση της αιτήσεως

Η συζήτηση διεξάγεται κανονικά με την παρουσία των διάδικων μερών, αλλά ακόμα και όταν απουσιάζει ο αιτών ή ο αντίδικος  που κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η διαδικασία προχωρά ομοίως, καθώς δεν συνάγεται τεκμήριο ομολογίας από την απουσία του αντιδίκου (δηλαδή με την απουσία του δεν θεωρούνται οι ισχυρισμοί του αιτούντος τα ασφαλιστικά μέτρα ομολογημένοι – ΜΠΕβρ 193/87). Τρίτοι μπορούν να ασκήσουν κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, ενώ, χωρίς να χρειάζεται να τηρηθούν οι διατάξεις που προβλέπει ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, ο ειρηνοδίκης προβαίνει στη συλλογή αποδείξεων με κάθε είδους έγγραφα και εξετάζοντας τους διαδίκους και τυχόν μάρτυρες, για τους οποίους δεν απαιτείται γνωστοποίηση. Ο αντίδικος μπορεί να προβάλλει κάθε είδους ενστάσεις, πλην όσων αντίκεινται στη φύση της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων, όπως η ένσταση επισχέσως (άρθρο 325 ΑΚ) λόγω της αναβλητικής φύσης της που δεν προσιδιάζει στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (ΜΠΑθ 2858/2002 – π.χ. ένσταση επισχέσως θα μπορούσε να θεωρηθεί η άρνηση του παρανόμως προσβάλλοντος τη νομή να την αποδώσει στο νόμιμο δικαιούχο και αιτούντα τα ασφαλιστικά μέτρα έως ότου λάβει τα χρήματα που του οφείλονται από τον τελευταίο).

5. Έκδοση απόφασης – Εκτέλεση

Ο ειρηνοδίκης με την απόφαση που θα εκδώσει «δικαιούται να διατάξει οποιοδήποτε ασφαλιστικό μέτρο κρίνει πρόσφορο και ιδίως να επιτρέψει ή να απαγορεύσει πράξεις νομής ή κατοχής ή να επιδικάσει τη νομή ή την κατοχή σε κάποιον από τους διαδίκους, είτε με παροχή είτε χωρίς παροχή εγγύησης» (ά. 734 παρ. 2 ΚΠολΔ). Κατά της απόφασης, κατ’ απόκλιση από τη γενική στα ασφαλιστικά μέτρα απαγόρευση του άρθρου 699 ΚΠολΔ, «επιτρέπεται έφεση μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την επίδοσή της» (άρθρο 734 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η έφεση είναι το μοναδικό ένδικο μέσο που χωρεί στην εν λόγω διαδικασία, ασκείται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Ειρηνοδικείου όπου εκδόθηκε η απόφαση. Αντιθέτως, «οι αποφάσεις των Πολυμελών Πρωτοδικείων που εκδόθηκαν σε εφέσεις κατά αποφάσεων των Ειρηνοδικείων επί ασφαλιστικών μέτρων νομής ή κατοχής δεν υπόκεινται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως» (ΑΠ 555/1991). Ομοίως, δεν χωρεί άσκηση των ενδίκων μέσων της ανακοπής ερημοδικίας και της αναψηλάφησης.

Επιπλέον, η απόφαση του Ειρηνοδικείου είναι άμεσα εκτελεστή και «η προθεσμία της έφεσης και η άσκηση της δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της απόφασης του ειρηνοδικείου, εκτός αν η αναστολή διαταχθεί κατά το άρθρο 912 ΚΠολΔ» (άρθρο 734 παρ. 4 ΚΠολΔ). 

Η εκτέλεση της απόφασης γίνεται με αντίγραφο ή απλό απόσπασμα της απόφασης, αφού περάσουν άπρακτες 24 ώρες από την επίδοση του, εντός των οποίων μπορεί να συμμορφωθεί εκουσίως ο καθ’ ου η εκτέλεση, δηλαδή ο παρανόμως προσβάλλων τη νομή του αιτούντα τα ασφαλιστικά μέτρα. Η απείθεια, η μη συμμόρφωση δηλαδή, στο περιεχόμενο της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων νομής τιμωρείται κατά το άρθρο 42 του ΕισΝΚΠολΔ βάσει του άρθρου 169ΑΠΚ, το οποίο προβλέπει φυλάκιση έξι μηνών.

Διαβάστε περισσότερα
 
back to top