Λυκαβηττού 2, Κολωνάκι, 210 36 41 214 - 210 36 46 874

main image

Η Παράνομη Αντιγραφή εκ μέρους τρίτων του Πελατολογίου – Συνεργατολογίου μιας Επιχείρησης υπό το πρίσμα του Ποινικού Δικαίου


αντιγραφή πελατολογίου

Legal Insight

Μάιος 2022

Δάφνη Σφυρή, ΜΔΕ

Περίληψη: Το εμπορικό απόρρητο μιας επιχείρησης προστατεύεται από το δικαϊκό μας σύστημα, ένεκα της σημαντικής οικονομικής αξίας που εμπεριέχεται σε αυτό. Η μη εξουσιοδοτημένη και παράνομη αντιγραφή στοιχείων του εμπορικού απορρήτου, όπως είναι το συνεργατολόγιο και το πελατολόγιο μιας επιχείρησης, τιμωρείται - υπό προϋποθέσεις – από τον Ποινικό μας Κώδικα και εντάσσεται στην ευρύτερη έννοια της κατασκοπείας στον χώρο των επιχειρήσεων.

Κάθε επιχείρηση υποχρεούται να δημοσιοποιεί ορισμένα στοιχεία της δραστηριότητάς της που επιβάλλονται από τον νόμο για την ασφάλεια των συναλλαγών και για το εν γένει δημόσιο συμφέρον. Πέραν αυτών, όμως, η κάθε επιχείρηση δικαιούται να επιλέγει ποιά στοιχεία θα καταστούν ή και δεν θα καταστούν προσβάσιμα σε όλους, πότε και πώς. Δικαιούται, δηλαδή, να επιλέγει την προστασία ορισμένων στοιχείων, όταν αυτό κρίνεται ως απαραίτητο. Εντούτοις, στις ημέρες μας έχει αδιαμφισβήτητα λάβει ιδιαιτέρως ανησυχητικές διαστάσεις η παράνομη ιδιοποίηση ή η αποκάλυψη επιχειρηματικών απορρήτων επιχειρήσεων σε τρίτους ανταγωνιστές αυτών έναντι οικονομικού ανταλλάγματος πλήττοντας κατ’ αυτό τον τρόπο την ανάπτυξη μιας υγιούς, ανταγωνιστικής και καινοτόμου οικονομίας. Εντάσσονται, δε, τέτοιου είδους ενέργειες στην ευρύτερη έννοια της κατασκοπίας στο χώρο των επιχειρήσεων. Αναλυτικότερα, απαντάται συχνά στην πράξη το εξής φαινόμενο: Πρώην εργαζόμενοι και συνεργάτες επιχειρήσεων με μεγάλο εύρος πελατολογίου/συνεργατολογίου που είχαν κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους πρόσβαση σε εμπορικά απόρρητα – μετά την αποχώρησή τους ή ακόμη και πριν τη διακοπή της συνεργασίας τους – να εισέρχονται στα πληροφοριακά συστήματα επιχειρήσεων και να αντιγράφουν, εν συνεχεία, τα εμπορικά απόρρητα αυτών και ειδικότερα του πελατολογίου/συνεργατολογίου. Πώς και γιατί, λοιπόν,  προστατεύονται οι επιχειρήσεις από τέτοιου είδους παράνομες τακτικές; Τι προβλέπει ο νόμος σε τέτοιες περιπτώσεις; Αυτά ακριβώς τα ερωτήματα πραγματεύεται το παρόν άρθρο.

Αρχικά, το πελατολόγιο και το συνεργατολόγιο αποτελούν μία από τις βασικότερες εκδηλώσεις του εμπορικού απορρήτου μιας επιχείρησης, καθώς προορίζονται να είναι γνωστά μόνο στους υπαλλήλους των επιχειρήσεων για την πραγμάτωση του εμπορικού τους σκοπού και, μάλιστα, σε συγκεκριμένο κύκλο υπαλλήλων, ενώ υπάρχει έντονο οικονομικό συμφέρον να μην ανακοινωθούν σε τρίτους, και δη σε ανταγωνιστές. Αποτελεί, δε, γεγονός ότι η απόκτηση ενός σταθερού και μεγάλου πελατολογίου προϋποθέτει από κάθε επιχείρηση τη καταβολή σημαντικής και σε βάθος χρόνου προσπάθειας, η οποία αποτιμάται οικονομικά σε πολύ σημαντικά ποσά. Την ίδια επιχειρηματική προσπάθεια, φυσικά, απαιτεί και η διαμόρφωση του συνεργατολογίου μιας επιχείρησης. Αποτελούν, κατά συνέπεια, περιουσιακά στοιχεία με σημαντικότατη οικονομική αξία για την επιχείρηση, η παραβίαση του απορρήτου των οποίων οδηγεί στην διευκόλυνση των ανταγωνιστών, καθώς οι τελευταίοι ουδεμία επιχειρηματική προσπάθεια καταβάλλουν προκειμένου να σχηματίσουν το δικό τους κατάλογο πελατών και συνεργατών. Είναι, δε, σε θέση να ανταγωνιστούν την επιχείρηση από τη πρώτη μέρα λειτουργίας τους χωρίς να προβούν σε δαπάνες ανάπτυξης ή/και επέκτασης. Αντιθέτως, με την κατ’ αυτό τον τρόπο απόκτηση του πελατολογίου/συνεργατολογίου και τη λήψη γνώσης των συγκεκριμένων στοιχείων μπορούν ανά πάσα πλέον στιγμή στο μέλλον να απευθύνονται σε αυτούς τους πελάτες/συνεργάτες και να τους προσεγγίζουν προκειμένου να τους εντάξουν στο δικό τους πελατολόγιο/συνεργατολόγιο. Γνωρίζουν, δε, εκ των έσω τις ιδιαιτερότητες κάθε συνεργασίας με κάθε πελάτη και συνεργάτη και είναι σε θέση να αντιπροτείνουν «ευνοϊκότερες» προτάσεις συνεργασίας με τη βελτίωση στοχευμένων όρων. Ομοίως, ασκούν την επιχειρηματική τους δράση έχοντας επιλέξει συνεργάτες και πελάτες, των οποίων η αποδοτικότητα και φερεγγυότητα αντίστοιχα έχει ήδη «δοκιμαστεί» και διαπιστωθεί μέσω μίας άλλης εταιρείας. 

Έχοντας, λοιπόν, αναλύσει την οικονομική αξία για κάθε επιχείρηση του πελατολογίου/συνεργατολογίου αυτής, αναλύονται κατωτέρω οι ποινικές προεκτάσεις τέτοιων παράνομων ενεργειών και διάδοσης εμπορικών απορρήτων:

1. Αρχικά, σύμφωνα με το άρθρο 370Γ ΠΚ παρ. 1 και 2: «2. Όποιος αθέμιτα αντιγράφει, αποτυπώνει, χρησιμοποιεί, αποκαλύπτει σε τρίτον ή οπωσδήποτε παραβιάζει στοιχεία ή προγράμματα υπολογιστών, τα οποία συνιστούν κρατικά, επιστημονικά ή επαγγελματικά απόρρητα ή απόρρητα επιχείρησης του δημοσίου ή ιδιωτικού τομέα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Ως απόρρητα θεωρούνται και εκείνα που ο νόμιμος κάτοχός τους, από δικαιολογημένο ενδιαφέρον τα μεταχειρίζεται ως απόρρητα, ιδίως όταν έχει λάβει μέτρα για να παρεμποδίζονται τρίτοι να λάβουν γνώση τους. 2. Αν ο δράστης είναι στην υπηρεσία του κατόχου των στοιχείων, καθώς και αν το απόρρητο είναι ιδιαίτερα μεγάλης οικονομικής σημασίας, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους». 

Το έγκλημα του άρθρου 370Γ ΠΚ είναι εν μέρει κοινό, εφόσον το υποκείμενό του μπορεί να είναι οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο και εν μέρει μη γνήσιο ιδιαίτερο λόγω της ιδιαίτερης σχέσης του δράστη με τον κάτοχο των στοιχείων, που λειτουργεί ως επιβαρυντική περίσταση και επαυξάνει το αξιόποινο της πρώτης παραγράφου του κοινού εγκλήματος της διάταξης του 370Γ ΠΚ. Με απλά λόγια, υπό τις ως άνω προϋποθέσεις, εάν ο δράστης του εγκλήματος είναι στην υπηρεσία του κατόχου των εμπορικών απορρήτων, τότε η πράξη τιμωρείται βαρύτερα με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους αντί τριών μηνών. 

Η εγκληματική συμπεριφορά του δράστη προβλέπει την ύπαρξη μυϊκής κίνησης και συνεπώς αποτελεί ένα έγκλημα ενέργειας, στιγμιαίο, εφόσον η περάτωσή του συντελείται σε μία ορισμένη χρονική στιγμή της «αντιγραφής», «αποτύπωσης», «χρησιμοποίησης», «αποκάλυψης» σε τρίτον, ή «οπωσδήποτε παραβίασης» στοιχείων ή προγραμμάτων Η/Υ. Επιπροσθέτως, το έγκλημα του άρθρου 370Γ ΠΚ ορίζεται ως αφηρημένης διακινδύνευσης, δηλαδή δεν είναι απαραίτητη η απόδειξη πραγματικής επέλευσης κινδύνου αλλά αρκεί να πληρούνται τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του άρθρου.

Αντικείμενο του εγκλήματος είναι «τα στοιχεία ή προγράμματα υπολογιστών, τα οποία συνιστούν κρατικά, επιστημονικά ή επαγγελματικά απόρρητα ή απόρρητα επιχείρησης του δημοσίου ή ιδιωτικού τομέα». Όσον αφορά την έννοια των όρων «στοιχεία ή προγράμματα υπολογιστών», θεωρούνται ως τέτοια τα στοιχεία που έχουν άμεση σύνδεση μόνο με την έννοια του λογισμικού (software), στο οποίο περιλαμβάνονται το σύνολο πληροφοριών ή δεδομένων των προγραμμάτων των ηλεκτρονικών υπολογιστών, καθώς και τα συστατικά τους, δηλαδή τα στοιχεία των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Όσον αφορά τα προστατευόμενα απόρρητα ως τέτοια αντιμετωπίζονται – μεταξύ άλλων – και τα απόρρητα επιχείρησης του δημοσίου ή ιδιωτικού τομέα. Στο σημείο αυτό ας διευκρινισθεί ότι οι πράξεις που προβλέπονται στο άρθρο 370Γ ΠΚ διώκονται αποκλειστικά και μόνο με την υποβολή έγκλησης.

Σε κάθε περίπτωση πρέπει να τονισθεί ότι το σχετικό ζήτημα ρυθμίζεται και από τις διατάξεις του Ν 146/1914. Εντούτοις, σε πολύ σημαντικό βαθμό οι διατάξεις του Ν. 146/1914 υπερκαλύπτονται από τα αδικήματα του Ποινικού Κώδικα.

Σχετική με το ζήτημα της προστασίας του πελατολογίου μιας επιχείρησης είναι και η υπ’ αρ. 121/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου (Στ’ Ποινικό Τμήμα) σύμφωνα με την οποία: «οι δύο αναιρεσείοντες, οι οποίοι με την ως άνω ιδιότητά τους είχαν πρόσβαση στα αρχεία του ηλεκτρονικού υπολογιστή του εγκαλούντος, ενεργούντες μαζί και με κοινό δόλο αντέγραψαν σε δισκέτες πελατολόγιο του εγκαλούντος που ήταν καταχωρημένο στο παραπάνω πρόγραμμα και αποτελούσε επαγγελματικό απόρρητο με σκοπό να το χρησιμοποιήσουν στην οικογενειακή επιχείρηση γενικού τουρισμού που αυτοί ίδρυσαν με την αποχώρηση της αναιρεσείουσας από το γραφείο του εγκαλούντος στις 29-12-1995, κάτι που έπραξαν αποστέλλοντες στους πελάτες αυτούς του εγκαλούντος ενημερωτικά φυλλάδια και επιστολές σχετικά με τις τιμές των εισιτηρίων, προσφορές κλπ. Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες για παράβαση του άρθρου 370 Β παρ.1 και 2 ΠΚ , ήτοι του ότι αυτοί, ευρισκόμενοι στην υπηρεσία του εγκαλούντος, αντέγραψαν αθεμίτως και χρησιμοποίησαν πρόγραμμα υπολογιστή που αποτελούσε επαγγελματικό απόρρητο του εγκαλούντος. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την κατά την ανωτέρω έννοια ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται σ’ αυτή τα περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της επίμαχης αξιόποινης πράξης, προσέτι δε ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω ουσιαστική ποινική διάταξη, την οποία ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα είναι σαφείς και συμβατές οι παραδοχές της απόφασης για το ως άνω επαγγελματικό απόρρητο, το οποίο δεν αφορά αυτά καθεαυτά τα ονόματα, τις διευθύνσεις και λοιπά στοιχεία των ατόμων που είναι καταχωρημένα στο ως άνω πρόγραμμα που αθεμίτως αντέγραψαν οι αναιρεσείοντες, αλλά αφορά, κατά τις παραδοχές αυτές, την ιδιότητα αυτών ως πελατών της επιχείρησης του εγκαλούντος ατόμων, δηλαδή, ενδιαφερομένων για την πραγματοποίηση ταξιδιών. Η ιδιότητα δε αυτή των εν λόγω προσώπων αναφέρεται στην επιχείρηση του εγκαλούντος ως κατόχου του προγράμματος και ήταν γνωστή, κατά τις παραδοχές της απόφασης, ως καταχωρημένη στο πρόγραμμα μόνο στο εγκαλούντα και τους αναιρεσείοντες. Η παραδοχή δε του Εφετείου ότι το πελατολόγιο αυτό, που ήταν καταχωρημένο στο πρόγραμμα του υπολογιστή, συνιστούσε επαγγελματικό απόρρητο της επιχείρησης του εγκαλούντος ενέχει και το στοιχείο της θέλησης τούτου, ως κατόχου του προγράμματος, να παραμείνει μυστική γι' αυτόν η ιδιότητα των ως άνω προσώπων ως πελατών της επιχείρησής του». 

2. Παράλληλα, θα πρέπει να τονισθεί ότι, εφόσον εντός των εμπορικών απορρήτων ανευρίσκονται και προσωπικά δεδομένα φυσικών προσώπων, διαπράττεται και το αδίκημα της ανακοίνωσης σε μη δικαιούμενα πρόσωπα δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με σκοπό παράνομου περιουσιακού οφέλους.

Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με άρθρο 38 του ν. 4624/2019: «1. Όποιος, χωρίς δικαίωμα: α) επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και με την πράξη του αυτή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών• β) τα αντιγράφει, αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, συλλέγει, καταχωρεί, οργανώνει, διαρθρώνει, αποθηκεύει, προσαρμόζει, μεταβάλλει, ανακτά, αναζητεί πληροφορίες, συσχετίζει, συνδυάζει, περιορίζει, διαγράφει, καταστρέφει, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός (1) έτους, εάν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη.» και «2. Όποιος χρησιμοποιεί, μεταδίδει, διαδίδει, κοινολογεί με διαβίβαση, διαθέτει, ανακοινώνει ή καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία απέκτησε σύμφωνα με την περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 ή επιτρέπει σε μη δικαιούμενα πρόσωπα να λάβουν γνώση των δεδομένων αυτών, τιμωρείται με φυλάκιση, εάν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη». 

Η ως άνω διάθεση/ανακοίνωση των προσωπικών δεδομένων φυσικών προσώπων είναι αξιόποινη όταν διενεργείται χωρίς δικαίωμα, δηλαδή από πρόσωπο που δεν έχει δικαίωμα επεξεργασίας των δεδομένων ή και κατ’ επέκταση των ορίων αρμοδιότητάς του. Παθών, βέβαια, είναι το φυσικό πρόσωπο στο οποίο ανήκουν τα προσωπικά δεδομένα, εντούτοις η ποινική διαδικασία μπορεί να εκκινήσει και αυτεπαγγέλτως, δεδομένου ότι δεν απαιτείται εκ του νόμου η υποβολή εγκλήσεως.

Ακόμη, κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου: «4. Με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών τιμωρείται ο υπαίτιος των πράξεων των προηγούμενων παραγράφων, εάν είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή να προκαλέσει περιουσιακή ζημία σε άλλον ή να βλάψει άλλον και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ». Το προβλεπόμενο στην παράγραφο 4 έγκλημα είναι έγκλημα σκοπού, διότι ο δράστης πέραν της παραβίασης των δεδομένων επιδιώκει παράλληλα ένα πρόσθετο αποτέλεσμα που συνίσταται στον προσπορισμό παράνομου περιουσιακού οφέλους ή στην πρόκληση περιουσιακής ζημίας άνω των 120.000€. Συνεπώς, στις περιπτώσεις αυτές ο δράστης θα τιμωρηθεί για τη διάπραξη κακουργήματος. Η παράνομη, λοιπόν, επεξεργασία του εμπορικού απορρήτου μιας επιχείρησης μπορεί – υπό προϋποθέσεις – να αποτελέσει κακούργημα υπό το πρίσμα των ποινικών διατάξεων περί προσωπικών δεδομένων.

Τέλος, η επιχείρηση που δέχεται την προσβολή του εμπορικού της απορρήτου, εκτός της ως άνω ποινικού δικαίου προστασίας, προστατεύεται και αστικώς, η ανάλυση, όμως, των σχετικών αστικών αξιώσεων εκφεύγει των ορίων του παρόντος άρθρου. Όλως συνοπτικώς αναφέρεται ότι η επιχείρηση έχει το δικαίωμα να αιτηθεί αποζημίωση για την προκληθείσα ζημία σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικοπραξίας, καθώς και – υπό προϋποθέσεις – για την ηθική βλάβη που υπέστη από την προσβολή του κύρους και της αξιοπιστίας αυτής, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 146/1914 περί αθέμιτου ανταγωνισμού έχει το δικαίωμα να απαιτήσει αποζημίωση και άρση και παράλειψη μιας πράξης, όταν αυτή γίνεται με σκοπό ανταγωνισμού και αντίκειται στα χρηστά ήθη. 

Συμπερασματικά, το εμπορικό απόρρητο μιας επιχείρησης αποτελεί ένα σημαντικό περιουσιακό στοιχείο, η παραβίαση του οποίου – κυρίως από σχετικούς ανταγωνιστές - μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημία στον φορέα του. Εκ του λόγου αυτού το εμπορικό απόρρητο προστατεύεται, ενώ έχουν τυποποιηθεί στον Ποινικό μας Κώδικα και τα σχετικά εγκλήματα από την παραβίασή του. Σε κάθε, όμως, περίπτωση πρέπει να τονισθεί ότι το ήδη υπάρχον νομικό πλαίσιο ειδικά για την προστασία του εμπορικού απορρήτου δεν λειτουργεί ιδιαιτέρως αποθαρρυντικά ένεκα της πλημμεληματικής μορφής του εγκλήματος και χρήζει σχετικής νομοθετικής μεταρρύθμισης. 

Διαβάστε περισσότερα
 
back to top