Λυκαβηττού 2, Κολωνάκι, 210 36 41 214 - 210 36 46 874

main image

Ξενοδοχειακές Συμβάσεις και Covid-19


ξενοδοχειακές συμβάσεις

Legal Insight

Μάρτιος 2022

Δανάη Στάμαργα, ΜΔΕ

Περίληψη: Στις μέρες μας είναι όλο και πιο σύνηθες το φαινόμενο της μεσολάβησης ταξιδιωτικών γραφείων ή οργανισμών για την πραγματοποίηση κρατήσεων σε δωμάτια ξενοδοχείων, ενώ η απευθείας επικοινωνία του ταξιδιώτη με τον ξενοδόχο τείνει να εξαφανιστεί. Παράλληλα, η πανδημία του Κορονοϊού, οδήγησε στην ανατροπή πολλών κρατήσεων είτε μαζικών είτε μεμονωμένων, οι οποίες είχαν πραγματοποιηθεί κατ’ αυτό τον τρόπο. Τίθεται λοιπόν το ζήτημα της τύχης των κρατήσεων αυτών στο μέλλον καθώς και του επιμερισμού της ζημίας που προκαλούν οι ακυρώσεις για το λόγο αυτό (ή και άλλους παρόμοιους) στα συμβαλλόμενα μέρη.

1. Εισαγωγή

Ο τουρισμός αποτελεί αναμφισβήτητα μία από τις σημαντικότερες και πιο κερδοφόρες δραστηριότητες για την οικονομία της χώρας. Στη βιομηχανία του τουρισμού, πέρα από τα ξενοδοχεία, πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν τα τελευταία χρόνια και τα τουριστικά γραφεία, τα οποία μεσολαβούν στην ουσία μεταξύ του πελάτη, που είναι ο τελικός αποδέκτης του τουριστικού προϊόντος, και των ξενοδοχείων, αεροπορικών εταιριών κλπ. Έχει αναδειχθεί έτσι ένα νέο είδος συμβάσεων, που είναι αυτές οι οποίες υπογράφονται μεταξύ των τουριστικών γραφείων και των ξενοδόχων, οι ξενοδοχειακές συμβάσεις. Οι συμβάσεις αυτές, σκοπό έχουν να ρυθμίσουν τις σχέσεις μεταξύ των δύο αυτών μερών, από τη στιγμή που το τουριστικό γραφείο αποφασίζει να προβεί σε μία κράτηση δωματίων εντός ενός ξενοδοχείου, με απώτερο σκοπό να προβεί στην παραχώρηση της χρήσης των δωματίων αυτών σε πελάτες του. Οι συμβάσεις αυτές διακρίνονται από τη σύμβαση ξενίας, κατά την οποία ο ξενοδόχος συμβάλλεται απευθείας με τον πελάτη που χρησιμοποιεί τα δωμάτια για τον εαυτό του.

2. Οι ξενοδοχειακές συμβάσεις διακρίνονται περαιτέρω σε δύο είδη:

Α. Τις συμβάσεις βέβαιης ή εγγυημένης κράτησης (guarantee ή commitment), στις οποίες συμφωνείται μεταξύ ξενοδόχου και τουριστικού πράκτορα ένας συγκεκριμένος αριθμός κλινών για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, έναντι συγκεκριμένου συνολικού μισθώματος. Στις συμβάσεις αυτές ο ξενοδόχος αναλαμβάνει την υποχρέωση για παραχώρηση της χρήσης των συμφωνημένων κλινών (ταυτόχρονα με την παροχή των συναφών υπηρεσιών) σε πελάτες που του υποδεικνύει ο πράκτορας, και, αντίστροφα, ο τελευταίος αναλαμβάνει την οριστική υποχρέωση για καταβολή του χρηματικού ανταλλάγματος για τις εν λόγω κλίνες, και, μάλιστα, ανεξαρτήτως του εάν έκανε χρήση τους (παραχωρώντας την χρήση στους δικούς του πελάτες) ή όχι.

Β. Τις συμβάσεις allotment, στις οποίες βασικό χαρακτηριστικό είναι ο προσδιορισμός από τα συμβαλλόμενα μέρη (ξενοδόχο και τουριστικό πράκτορα) δύο ακραίων ποσοτικών ορίων μισθωμένων κλινών, ενός ανώτατου και ενός κατώτατου, εντός μιας ή περισσοτέρων χρονικών περιόδων. Στις συμβάσεις αυτές ο ξενοδόχος είναι υποχρεωμένος να διατηρεί δεσμευμένο για τον αντισυμβαλλόμενό του το ανώτατο όριο κλινών, υποχρεούμενος σε αντίθετη περίπτωση, σε αποζημίωση του τουριστικού γραφείου, ενώ το τελευταίο καταβάλει το μίσθωμα μόνο για όσες κλίνες χρησιμοποίησε χωρίς υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης για τις μη χρησιμοποιηθείσες κλίνες. Δεν αποκλείεται σε μία σύμβαση allotment να προσδιορίζεται μόνο το ανώτατο όριο δωματίων, οπότε το κατώτατο να είναι μηδενικό. Αποκλείεται όμως να προσδιορίζεται μόνο κατώτατο όριο, διότι μία τέτοια σύμβαση μπορεί να έχει το χαρακτήρα εγγυημένης κράτησης και όχι allotment.

Όπως γίνεται σαφές, στην πρώτη από τις ως άνω περιπτώσεις τον επιχειρηματικό κίνδυνο, να μην καλυφθούν οι συμφωνηθείσες κλίνες, φέρει το τουριστικό γραφείο, το οποίο οφείλει σε κάθε περίπτωση να καταβάλει το τίμημα. Ενώ στη δεύτερη περίπτωση, τον επιχειρηματικό κίνδυνο φέρει ο ξενοδόχος ο οποίος είναι υποχρεωμένος να διατηρεί δεσμευμένο συγκεκριμένο αριθμό δωματίων που μπορεί τελικά να μην χρησιμοποιηθούν από πελάτες του τουριστικού γραφείου, οπότε να μείνουν κενά.

Το κύριο νομοθέτημα που ρυθμίζει τις ως άνω συμβάσεις είναι ο Κανονισμός Σχέσεων Ξενοδόχων και Πελατών, ο οποίος δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ως απόφαση του Γενικού Γραμματέα ΕΟΤ το 1976 και κυρώθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 1652/1986. Επιπλέον, δεδομένου ότι η ξενοδοχειακή σύμβαση είναι μικτή σύμβαση, σύμβαση μίσθωσης και σύμβαση έργου, με προεχόντως μισθωτικό χαρακτήρα, εφαρμόζονται επ’ αυτής και οι διατάξεις περί μίσθωσης πράγματος του Αστικού Κώδικα.

Στα νομοθετήματα αυτά, λοιπόν, προβλέπεται τι θα συμβεί στην περίπτωση που το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη αθετήσει τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει από τη σύμβαση.

Έτσι, αν ο ξενοδόχος παραβεί την κύρια υποχρέωση του για παραχώρηση της χρήσης των συμφωνημένων καταλυμάτων είτε γιατί τα καταλύματα δεν ήταν διαθέσιμα κατά το συμφωνημένο χρονικό διάστημα, είτε εξαιτίας υπερκρατήσεων, είτε για οποιονδήποτε άλλο λόγο, ορίζεται στο άρθρο 10 του Κανονισμού, ότι υποχρεούται να εξασφαλίσει τη διαμονή των πελατών σε άλλο ξενοδοχείο της ίδιας τουλάχιστον τάξης, στην ίδια πόλη και με τις ίδιες ανέσεις και προϋποθέσεις όπως αυτές διαφημίζονται για το δικό του ξενοδοχείο, και αν αυτό δεν καταστεί εφικτό με δική του υπαιτιότητα υποχρεούται να αποζημιώσει τον πελάτη. Επιπλέον, σε μία τέτοια περίπτωση μπορεί ο τουριστικός πράκτορας βάσει του άρθρου 584 επ. σε συνδυασμό με το άρθρο 382 του Αστικού μας Κώδικα είτε να ζητήσει αποζημίωση από τον ξενοδόχο είτε να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση και να αξιώσει την επιστροφή της τυχόν καταβληθείσας προκαταβολής (άρθρο 12 παρ. 2 Κανονισμού και άρθρο 389 ΑΚ, ΜΠρΚερκ 34/2021).

Από την άλλη πλευρά, αν ο τουριστικός πράκτορας αθετήσει την υπόσχεση του να χρησιμοποιηθούν τα συμφωνηθέντα καταλύματα από πελάτες τους οποίους αυτός θα υποδείξει ορίζεται στο άρθρο 12 παρ. 3 ότι ο ξενοδόχος δικαιούται αποζημίωση ανερχόμενη στο μισό της συμφωνημένης τιμής διανυκτέρευσης για το υπόλοιπο του κατωτάτου ορίου κλινών που είχαν συμφωνηθεί, όταν πρόκειται για σύμβαση allotment, ενώ στις περιπτώσεις των συμβάσεων guarantee, σύμφωνα με το άρθρο 596 εδ. α' ΑΚ (ΕφΔωδ 2/1998), ο πράκτορας δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωσή του για καταβολή του μισθώματος (βλ. παρακάτω για περίοδο αποδέσμευσης). Στις περιπτώσεις δε, που ο τουριστικός πράκτορας αθετεί την υποχρέωσή του για καταβολή του μισθώματος, ο ξενοδόχος έχει τα δικαιώματα που πηγάζουν από τις ΑΚ 343 παρ. 1, 345, 383 επ. και 597, δηλαδή είτε να ζητήσει την καταβολή του μισθώματος και τους τόκους υπερημερίας, είτε να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση και να ζητήσει εύλογη αποζημίωση (αν δεν έχει ήδη παραχωρηθεί η χρήση των δωματίων), είτε να ζητήσει αποζημίωση, είτε να καταγγείλει τη σύμβαση μίσθωσης και να αξιώσει αποζημίωση για πρόωρη λύση αυτής υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 597 ΑΚ (ΕφΚρητ 508/2002).

Τι συμβαίνει όμως σε περιπτώσεις που περιστατικά τα οποία βρίσκονται εκτός της σφαίρας επιρροής τόσο του ξενοδόχου όσο και του τουριστικού πράκτορα, κλονίζουν την συμβατική σχέση και οδηγούν τα μέρη στην αθέτηση των υποχρεώσεων που έχουν αναλάβει από την ξενοδοχειακή σύμβαση?

Ένα τέτοιο περιστατικό συνιστά η πανδημία του Κορονοϊού, καθώς τα δραστικά μέτρα που έχουν ληφθεί και συνεχίζουν να λαμβάνονται στην προσπάθεια αναχαίτισής του, έχουν οδηγήσει στην ανατροπή πλείστων συμβάσεων μεταξύ των οποίων και ξενοδοχειακών, δεδομένου ότι ο τουρισμός είναι ένας από τους κλάδους που επλήγησαν περισσότερο από αυτή την πανδημία.

Τέτοιου είδους περιστατικά συνιστούν περιπτώσεις ανωτέρας βίας και, όπως γίνεται δεκτό, κανείς δεν ευθύνεται για γεγονότα ανωτέρας βίας (βλ. και ΑΚ 330 ευθύνη κατ’ αρχήν για δόλο ή αμέλεια). Ως περιστατικά ανωτέρας βίας ορίζονται εκείνα που είναι για τις ανθρώπινες δυνάμεις αδύνατο να αποτραπούν. Παράλληλα, τέτοιου είδους περιστατικά μπορεί να συνιστούν απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών η οποία οδηγεί σε σοβαρή διαταραχή του δικαιοπρακτικού θεμελίου της σύμβασης. Στις περιπτώσεις αυτές, η συμβατική κατανομή των κινδύνων έχει το προβάδισμα έναντι των διορθωτικών μηχανισμών του Αστικού Κώδικα, έτσι τα μέρη είναι κατ’ αρχήν ελεύθερα, βάσει της αρχής της ιδιωτικής αυτονομίας και με σεβασμό στα όρια αυτής, να ρυθμίσουν την κατανομή των κινδύνων στην μεταξύ τους σχέση, κατ’ απόκλιση των ρυθμίσεων του Αστικού Κώδικα. Μία τέτοια κατανομή κινδύνων μπορεί είτε να ορίζεται ρητά στη σύμβαση είτε να συνάγεται ερμηνευτικά από αυτήν κατά τα άρ.173 και 200 ΑΚ. Για το λόγο αυτό, συνηθίζεται στην πράξη, κατά τη σύναψη των ξενοδοχειακών συμβάσεων, η συνομολόγηση ρητρών ανωτέρας βίας και δυσχέρειας εκπληρώσεως, και ρητρών ουσιώδους μεταβολής των συνθηκών.

Όταν, λοιπόν, η ξενοδοχειακή σύμβαση περιέχει ρήτρα ανωτέρας βίας, συνήθως στο πλαίσιο των προδιατυπωμένων από τους τουριστικούς πράκτορες Γενικών Όρων Συναλλαγών, και τέτοιου είδους περιστατικά λάβουν χώρα στον προορισμό του τουρίστα, αποτελώντας ανασταλτικό παράγοντα για να πραγματοποιήσει ο τελευταίος το ταξίδι του, παύουν να ισχύουν και οι υποχρεώσεις που έχουν αναλάβει τα μέρη εκ της ξενοδοχειακής συμβάσεως. Στην ουσία, το περιστατικό της ανωτέρας βίας δίνει το δικαίωμα στον τουριστικό πράκτορα να καταγγείλει αζημίως τη σύμβαση και εξ αυτού του λόγου παύει να έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον ξενοδόχο το συμφωνημένο τίμημα για τη μίσθωση των ξενοδοχειακών κλινών. Επιπλέον του δίνει το δικαίωμα να αναζητήσει τυχόν προκαταβολή, που είχε καταβάλει για την κράτηση των δωματίων. Ως παραδείγματα περιστατικών ανωτέρας βίας περιλαμβάνονται στις ρήτρες τέτοιου περιεχομένου, οι πόλεμοι, οι τρομοκρατικές επιθέσεις, οι απεργίες, οι φυσικές καταστροφές, οι επιδημίες και άλλα τυχόν μέτρα των κρατικών αρχών που δεν επιτρέπουν την υλοποίηση του ταξιδιού των τουριστών στον τόπο προορισμού των διακοπών τους. Σε κάθε περίπτωση, όταν συντρέχει περιστατικό ανωτέρας βίας, η επίκληση αυτού από το μέρος που πλήττεται από την εν λόγω κατάσταση, προϋποθέτει, είτε αυτό προβλέπεται ρητώς στη ρήτρα ανωτέρας βίας είτε όχι, την ειδοποίηση εντός σύντομου-εύλογου χρόνου του άλλου μέρους σχετικά με τη συνδρομή του περιστατικού ανωτέρας βίας και την αδυναμία εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων.

Οι περιπτώσεις ανωτέρας βίας δικαιολογούν και την καταφυγή στους διορθωτικούς μηχανισμούς του άρθρου 388 του ΑΚ, η εφαρμογή του οποίου εξαρτάται από την επέλευση έκτακτων και απρόβλεπτων περιστατικών, όπως εκείνο της πανδημίας. Δικαιολογείται, έτσι, και βάσει του ως άνω άρθρου η έκτακτη καταγγελία μίας ξενοδοχειακής σύμβασης ένεκα σπουδαίου λόγου με βάση τα άρθρα 388, 288, 281 και 585, ΑΚ ιδίως όταν η κατάσταση της ανωτέρας βίας παρατείνεται πέρα από ένα εύλογο χρονικό διάστημα, οπότε εκ των πραγμάτων δεν είναι εφικτό να αξιωθεί η συνέχιση της σύμβασης μέχρι τη λήξη της.

Ωστόσο, θα μπορούσε να έχει συμφωνηθεί ότι, σε περίπτωση ανωτέρας βίας, θα καταβληθεί από αμφότερα τα μέρη προσπάθεια εξεύρεσης λύσεων για τον περιορισμό της προκληθείσας ζημίας. Μία τέτοια λύση θα μπορούσε να είναι, για παράδειγμα, η μετατροπή των συμβάσεων guarantee σε συμβάσεις allotment. Αυτό βέβαια προϋποθέτει, αφενός, ότι το ξενοδοχείο θα λειτουργήσει κανονικά, και αφετέρου, ότι ο τουριστικός πράκτορας θα μπορούσε να κάνει τουλάχιστον μία πρόβλεψη ως προς τον κατώτατο αριθμό των πελατών που θα μπορούσαν να καταλύσουν στο ξενοδοχείο. Μία άλλη λύση, θα μπορούσε να είναι η μετατροπή της κράτησης σε ανοικτή, για την επόμενη ίσως τουριστική περίοδο, χωρίς να προσδιορίζεται συγκεκριμένη ημερομηνία εκπλήρωσης, κι έτσι η προκαταβολή να μην επιστρέφεται αλλά να συμψηφίζεται έναντι μελλοντικών κρατήσεων. Άλλωστε, είναι πιθανό η προκαταβολή να δόθηκε για τα έξοδα που έγιναν από τον ξενοδόχο ενόψει του επικείμενου ανοίγματος του ξενοδοχείου, δηλαδή για την προπαρασκευή των κλινών, έξοδα ανακαίνισης των εγκαταστάσεων, προμήθειας νέου εξοπλισμού κλπ. Τέλος, μία ακόμα λύση θα μπορούσε να είναι η παροχή εκπτώσεων από τους ξενοδόχους προς τους τουριστικούς πράκτορες, ιδίως σε περιπτώσεις πραγματοποίησης μεγάλου αριθμού κρατήσεων.

Η υιοθέτηση τέτοιων λύσεων επιβάλλεται και βάσει των αρχών της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών, όπως αυτές αντικατοπτρίζονται στο άρθρο 288 ΑΚ. Μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι προς αυτή την κατεύθυνση κινήθηκε και ο νομοθέτης όταν όρισε, στο άρθρο 71 της ΠΝΠ της 13.04.2020 (ΦΕΚ Α’ 84), για τις συμβάσεις που καταγγέλθηκαν μεταξύ 25.02.2020 και 30.09.2020, ότι εάν κατόπιν της καταγγελίας, «η μία εκ των συμβαλλομένων τουριστική επιχείρηση υποχρεούται να επιστρέψει στην αντισυμβαλλόμενη τουριστική επιχείρηση οποιοδήποτε ποσό που η τελευταία κατέβαλε ως προκαταβολή, εγγύηση, αρραβώνα, μερική ή ολική εξόφληση ή με οποιαδήποτε άλλη μορφή, η οφειλέτρια τουριστική επιχείρηση δύναται, κατά παρέκκλιση των κατά περίπτωση εφαρμοστέων διατάξεων σύμβασης ή νόμου, να προσφέρει στην αντισυμβαλλόμενη τουριστική επιχείρηση αντί της επιστροφής χρημάτων ισόποσο πιστωτικό σημείωμα [σσ. voucher] ισχύος δεκαοκτώ (18) μηνών από την έκδοσή του». Αναδεικνύεται έτσι η σημασία της διατήρησης των συμβάσεων, καθώς εκείνη ήταν που ώθησε το νομοθέτη στη λήψη έκτακτων μέτρων, επεμβαίνοντας στις συμβατικές σχέσεις, με σκοπό τη διάσωσή τους.

Ανεξαρτήτως των ανωτέρω, υφίσταται πάντοτε και το δικαίωμα ακύρωσης της κράτησης που παρέχεται μέσω του άρθρο 13 του Κανονισμού Σχέσεων Ξενοδόχων – Πελατών, το οποίο ορίζει ότι «1) Τουριστικό Γραφείο ή Ταξιδιωτικός Οργανισμός δικαιούται να ακυρώσει μέρος ή το σύνολο των συμφωνημένων κλινών χωρίς την υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης, εφόσον αποδεδειγμένα ειδοποιηθεί ο ξενοδόχος είκοσι μία (21) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συμφωνημένη άφιξη των πελατών (RELEASE PERIOD). 2) Αντίστοιχα και ο ξενοδόχος δικαιούται να αποδεσμευθεί σε χρονικό όριο (RELEASE PERIOD) είκοσι μία (21) ημερών πριν από κάθε τακτή άφιξη των πελατών, για όσες από τις συμφωνημένες κλίνες δεν υπάρχει επικυρωμένη κράτηση με VOUCHER ή με ROOMING LIST». Το ως άνω άρθρο, παρόλο που αρχικά γινόταν δεκτό ότι αφορούσε μόνο τις συμβάσεις allotment, μετά την έκδοση της υπ’ αρ. 38/1997 αποφάσεως της Β’ Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, εφαρμόζεται τόσο στις ξενοδοχειακές συμβάσεις allotment όσο και στις ξενοδοχειακές συμβάσεις guarantee. Υποστηρίζεται, ωστόσο, και η άποψη ότι η παρ. 2 δεν εφαρμόζεται πλέον στις συμβάσεις εγγυημένης κράτησης, οπότε εκεί ο ξενοδόχος δεν μπορεί να υπαναχωρήσει αζημίως, εκτός και αν στη σύμβαση προβλέπεται ότι ο τουριστικός πράκτορας έχει υποχρέωση επιβεβαίωσης της κράτησης και η κράτηση δεν επιβεβαιωθεί για όλες τις κλίνες. Οπότε, στην τελευταία αυτή περίπτωση δύναται και ο ξενοδόχος να αποδεσμευτεί αζημίως αν ειδοποιήσει το τουριστικό γραφείο 21 ημέρες πριν ότι δεν θα διαθέσει τις κλίνες εκείνες για τις οποίες δεν υπήρξε επιβεβαίωση της κράτησης (ΜΠρΚερκ 34/2021). Το ίδιο γίνεται δεκτό ότι ισχύει και στις συμβάσεις allotment. Έτσι, το άρθρο αυτό δεν παρέχει στον ξενοδόχο το δικαίωμα ελευθέρας και αναιτίου καταγγελίας της ξενοδοχειακής σύμβασης, αλλά στην ακύρωση μπορεί να προβεί μόνο στην περίπτωση που μέχρι την 21η μέρα πριν την ημερομηνία άφιξης των πελατών, ο τουριστικός πράκτορας δεν έχει επικυρώσει τις κρατήσεις. Οποιαδήποτε διαφορετική θεώρηση του δικαιώματος αυτού θα οδηγούσε σε αβεβαιότητα και ανασφάλεια στις συναλλαγές (ΕφΚρ 508/2002, ΕφΔωδ 122/2007). Από την πλευρά του, ο πράκτορας στις συμβάσεις allotment δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση που προβλέπει η παρ. 3 του άρθρου 12, που αναφέραμε παραπάνω. Αντίθετα, στις συμβάσεις guarantee ο πράκτορας που θα ενημερώσει τον ξενοδόχο 21 ημέρες πριν την άφιξη των πελατών ότι η κράτηση ακυρώνεται βάσει του αρθρου 13 παρ. 1 του Κανονισμού απαλλάσσεται εντελώς. Η διάταξη αυτή είναι ενδοτικού δικαίου, επομένως τα μέρη έχουν τη δυνατότητα να συμφωνήσουν είτε μεγαλύτερο είτε μικρότερο χρονικό διάστημα προειδοποίησης προκειμένου να ακυρώσουν την κράτηση.

3. Αντί επιλόγου

Η πανδημία πλέον αποτελεί μία πραγματικότητα που δεν μπορεί να αγνοηθεί κατά την κατάρτιση συμβάσεων και τη συνομολόγηση ρητρών ανωτέρας βίας. Ως εκ τούτου, για τις συμβάσεις που καταρτίζονται από εδώ και στο εξής, ίσως να είναι δύσκολο να ενεργοποιηθεί η εφαρμογή ρητρών ανωτέρας βίας ή των άρθρων 288 και 388 ΑΚ, με επίκληση του γεγονότος της πανδημίας ως περιστατικό που συνιστά ανωτέρα βία, εκτός κι αν τα νέα επιδημιολογικά δεδομένα (πχ μεταλλάξεις του ιού) οδηγούν στη λήψη δυσμενέστερων των ήδη υφιστάμενων μέτρων. Παρ’ όλα αυτά, όταν ανακύπτει αντικειμενική δυσκολία κατά την εκτέλεση μίας σύμβασης, στο πλαίσιο εφαρμογής της αρχής της καλής πίστης, τα συμβαλλόμενα μέρη θα πρέπει να καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια αναδιαπραγμάτευσης και τροποποίησης των όρων της, προκειμένου αυτή να καταστεί βιώσιμη και μόνο όταν δεν υπάρχει κανένα περιθώριο διάσωσής της, να καταφεύγουν στο ύστατο μέσο της καταγγελίας και της επιστροφής των τυχόν ήδη καταβληθεισών παροχών.

Διαβάστε περισσότερα
 
back to top