1. Λυκαβηττού 2, Κολωνάκι
2. Ακαδημίας 28, Κολωνάκι
210 36 41 214 - 210 36 46 874
   EN

main image

Το νέο Δίκαιο της Πώλησης


Το νέο Δίκαιο της Πώλησης

Legal Insight

Ιούλιος 2023

Δάφνη Σφυρή, ΜΔΕ

Περίληψη: Είκοσι  έτη  μετά  την τελευταία σημαντική  μεταρρύθμιση, ο Νόμος 4967/2022 αναμόρφωσε ξανά το δίκαιο της πώλησης με σκοπό τον εκσυγχρονισμό του Αστικού μας Κώδικα στην σύγχρονη οικονομική πραγματικότητα. Το παρόν άρθρο πραγματεύεται τις σημαντικότερες αλλαγές που επέφερε το νέο δίκαιο της πώλησης υπό το πρίσμα της ευθύνης του πωλητή και των δικαιωμάτων του αγοραστή.

Είκοσι  έτη  μετά  την τελευταία σημαντική  μεταρρύθμιση του Νόμου 3034/2002, αναμορφώθηκε ξανά το δίκαιο της πώλησης. Με τον Νόμο 4967/2022 ο Έλληνας νομοθέτης ενσωμάτωσε στο εθνικό δίκαιο τις οδηγίες με αρ. 2019/770 και αρ. 2019/77 της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εισήγαγε ειδική πρόβλεψη για την πώληση ψηφιακών αντικειμένων και εκσυγχρόνισε τις προβλέψεις που σχετίζονται με την ευθύνη του πωλητή. Το παρόν άρθρο πραγματεύεται τις σημαντικότερες αλλαγές που επέφερε το νέο δίκαιο της πώλησης υπό το πρίσμα της ευθύνης του πωλητή και των δικαιωμάτων του αγοραστή.

1. ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΜΗ «ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗΣ ΤΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΟΣ ΣΤΗ ΣΥΜΒΑΣΗ» 

Ανέκαθεν ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα του δικαίου της πώλησης αποτέλεσε η ευθύνη του πωλητή για το «ελαττωματικό» αντικείμενο («πραγματικό ελάττωμα»), καθώς και οι συνέπειες από την ύπαρξη τέτοιου ελαττώματος στην συμβατική σχέση. Το νέο δίκαιο της πώλησης χρησιμοποιεί την ορολογία «ανταπόκριση του πράγματος στη σύμβαση»  - αντί της έννοιας του «πραγματικού ελαττώματος» για να περιγράψει την υποχρέωση του πωλητή να παραδώσει στον αγοραστή αντικείμενο που θα ανταποκρίνεται στο περιεχόμενο και τον σκοπό της σύμβασης. Ως συνομολογείται και στην Εισηγητική Έκθεση του νόμου, το πράγμα δεν ανταποκρίνεται στην σύμβαση όταν έχει πραγματικά ελαττώματα, όταν έχει εγκατασταθεί πλημμελώς, όταν, επί κινητού πράγματος, περιορίζεται η χρήση του λόγω δικαιώματος τρίτου, όταν, επί πράγματος με ψηφιακά στοιχεία δεν παρέχονται οι προβλεπόμενες ενημερώσεις, καθώς και όταν λείπουν οι συνομολογημένες ιδιότητες. Για παράδειγμα, ένα επιβατικό αυτοκίνητο δεν ανταποκρίνεται στη σύμβαση, εφόσον, συμφωνήθηκε με τον πωλητή – έμπορο ότι θα διαθέτει ειδικό σύστημα αυτόματης πλοήγησης (cruise control) για την αυτόματη διατήρηση συγκεκριμένης ταχύτητας, εντούτοις, ο αγοραστής διαπιστώνει μετά την αγορά του επιβατικού αυτοκινήτου την απουσία του ως άνω συστήματος.

Στα δε νέα άρθρα 535Α  και 535Β  προβλέπονται οι υποκειμενικές και αντικειμενικές απαιτήσεις ανταπόκρισης του πράγματος στη σύμβαση, οι οποίες προσδιορίζουν την έννοια της ανταπόκρισης του πράγματος στη σύμβαση και οι οποίες, βέβαια, ούτως ή άλλως λαμβάνονταν ήδη υπόψη και στο προγενέστερο δίκαιο. Συνεπώς, στο ως άνω παράδειγμα με το επιβατικό αυτοκίνητο που δεν διαθέτει ειδικό σύστημα αυτόματης πλοήγησης (cruise control), θα ληφθούν υπόψη, τόσο υποκειμενικοί (λ.χ. η τυχόν ύπαρξη μεταξύ τους συμφωνία), όσο και αντικειμενικοί παράγοντες (λ.χ. πόσο συνηθισμένο είναι τα επιβατικά αυτοκίνητα να έχουν ειδικό σύστημα αυτόματης πλοήγησης), προκειμένου να διαπιστωθεί, εάν ο πωλητής εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις του που απέρρεαν από την σύμβαση πώλησης με την παράδοση ενός επιβατικού αυτοκινήτου χωρίς σύστημα αυτόματης πλοήγησης (cruise control).

Αρχικά, θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι ο νομοθέτης εισήγαγε μία νέα έννοια στον Αστικό μας Κώδικα και ειδικότερα την πώληση πράγματος με ψηφιακά στοιχεία, στην οποία και εφαρμόζονται ευθέως οι διατάξεις για την πώληση. Ο ορισμός του πράγματος με ψηφιακά στοιχεία δίνεται στο νέο άρθρο 513Α ΑΚ σύμφωνα με οποίο: «Πράγμα με ψηφιακά στοιχεία είναι κάθε κινητό πράγμα που ενσωματώνει ή διασυνδέεται με ψηφιακό περιεχόμενο ή ψηφιακή υπηρεσία κατά τέτοιο τρόπο, ώστε η απουσία του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας να εμποδίζει την εκτέλεση των λειτουργιών του. Ως ψηφιακό περιεχόμενο νοούνται τα δεδομένα που παράγονται και παρέχονται σε ψηφιακή μορφή. Ως ψηφιακή υπηρεσία νοείται η υπηρεσία που παρέχει στον χρήστη τη δυνατότητα να δημιουργεί, επεξεργάζεται, αποθηκεύει, διαμοιράζει, αποκτά πρόσβαση ή να αλληλεπιδρά σε δεδομένα σε ψηφιακή μορφή. Σύμβαση πώλησης με αντικείμενο πράγμα με ψηφιακά στοιχεία περιλαμβάνει, σε περίπτωση αμφιβολίας, και την παροχή ψηφιακού περιεχομένου ή ψηφιακής υπηρεσίας».

Πρόκειται στην ουσία για μία νομοθετική πρόβλεψη, η οποία έχει ως στόχο τον εκσυγχρονισμό του Αστικού μας Κώδικα και την προσαρμογή του στην ψηφιοποίηση της οικονομίας, ώστε να παρέχεται ολοκληρωμένη προστασία στο δίκαιο της πώλησης. Παρατίθενται, εν συνεχεία, ορισμένα παραδείγματα πραγμάτων με ψηφιακά στοιχεία, ώστε να γίνει ευκολότερα αντιληπτό το πεδίο εφαρμογής της πώλησης πράγματος με ψηφιακά στοιχεία: έξυπνο ρολόι (smartwatch), έξυπνο κινητό τηλέφωνο (smartphone) με ενσωματωμένο λειτουργικό σύστημα (λ.χ. iOS, Android), ηλεκτρονικός υπολογιστής με ενσωματωμένο  λειτουργικό  σύστημα  (λ.χ. Windows, Linux), αυτοκίνητο με ενσωματωμένο σύστημα πλοήγησης (GPS), έξυπνη τηλεόραση με εγκατεστημένες εφαρμογές (λ.χ. Netflix) και αυτοκίνητο με ενσωματωμένο σύστημα αυτόματης πλοήγησης (cruise control).

Τούτες, δε, οι λειτουργίες δεν είναι απαραίτητο να είναι κύριες, θα πρέπει, πάντως, να πρόκειται για λειτουργίες του πράγματος, στις οποίες απέβλεπαν σε αυτές τα συμβαλλόμενα μέρη.

Συνεπώς, στο ως άνω παράδειγμά μας του επιβατικού αυτοκινήτου, ο πωλητής ευθύνεται, εφόσον το επιβατικό αυτοκίνητο δεν έχει, παρά την συμφωνία των μερών, το ειδικό σύστημα αυτόματης πλοήγησης (cruise control). Και αυτό γιατί, παρ’ όλο που η κύρια λειτουργία του αυτοκινήτου είναι η μεταφορά των επιβατών, συμφωνήθηκε ότι το επιβατικό αυτοκίνητο θα διαθέτει και το σχετικό αυτόματο σύστημα πλοήγησης (cruise control).

Επιπροσθέτως, το νέο άρθρο 536ΑΚ καθιερώνει την ευθύνη του πωλητή σε περίπτωση πλημμελούς εγκατάστασης. Τούτη η ευθύνη προβλεπόταν, βέβαια, ήδη από το παλαιό άρθρο 536ΑΚ. Εντούτοις, η ιδιαιτερότητά του έγκειται στο ότι αναβαθμίζει υπέρ του αγοραστή την ευθύνη του πωλητή, στην περίπτωση που η πλημμελής εγκατάσταση έγινε πλημμελώς από τον αγοραστή λόγω ατελών οδηγιών εγκατάστασης που έδωσε όχι μόνο ο πωλητής αλλά και ο πάροχος των ψηφιακών στοιχείων στην περίπτωση πώλησης πράγματος με ψηφιακά στοιχεία. 

Το νέο άρθρο 537ΑΚ αποτελεί μία υβριδική μορφή ελαττώματος, τόσο πραγματικού, όσο νομικού. Αναλυτικότερα, το άρθρο 537ΑΚ προσθέτει στον «κατάλογο» των πραγμάτων που δεν ανταποκρίνονται στη σύμβαση και την περίπτωση, όπου εξαιτίας προσβολής δικαιώματος τρίτου (λ.χ. δικαίωμα διανοητικής ιδιοκτησίας και ειδικότερα το σύνολο των δικαιωμάτων επί άυλων αγαθών, είτε αφορούν στη βιομηχανική είτε στην πνευματική ιδιοκτησία) η χρήση του κινητού πράγματος (και όχι και ακινήτου) περιορίζεται ολικώς ή μερικώς. Για παράδειγμα, εφόσον ο αγοραστής (και κατ’ ακριβολογία ο λήπτης στη σύμβαση  παροχής  ψηφιακού  περιεχομένου) εγκαταστήσει εφαρμογή, προκειμένου να ακούει διαδικτυακά μουσική ή να παρακολουθεί σειρές/ταινίες από πολλές και διαφορετικές συσκευές, ο πωλητής θα ευθύνεται δυνάμει της ως άνω διάταξης στην περίπτωση που η  συμφωνία  χρήσης τελικού χρήστη περιορίζει την ακρόαση ή την παρακολούθηση σε μία και μόνο συσκευή. Ως εκ τούτου, ο αγοραστής θα μπορεί να στραφεί κατά του εμπόρου λόγω μη ανταπόκρισης του πράγματος στη σύμβαση. Αποτελεί, βέβαια, γεγονός ότι τούτη η πρόβλεψη μπορούσε ούτως ή άλλως να καλυφθεί από την πρόβλεψη του άρθρου 514ΑΚ περί ύπαρξης νομικού ελαττώματος, εάν και το άρθρο 537ΑΚ δεν αναφέρεται γενικά σε κάθε δικαίωμα τρίτου, ως προβλέπεται στο άρθρο 514ΑΚ, αλλά μόνον σε εκείνα τα δικαιώματα τρίτου των  οποίων  η  προσβολή  οδηγεί  σε  περιορισμό  της  χρήσης του πράγματος. 

Η νέα διάταξη 538ΑΚ, τέλος, συμπεριέλαβε στην έννοια της ανταπόκρισης και τις ενημερώσεις του πράγματος με ψηφιακά στοιχεία. Τούτες οι ενημερώσεις, για παράδειγμα, σε έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή, είναι είτε ενημερώσεις ασφαλείας είτε κάθε άλλη ενημέρωση που υποχρεούται να διασφαλίσει ο πωλητής, προκειμένου να λειτουργήσει το προς πώληση προϊόν. 

2. Η ΥΠΑΙΤΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ 

Σύμφωνα με το νέο άρθρο 539ΑΚ: «Ο πωλητής ευθύνεται ανεξάρτητα από υπαιτιότητά του αν το πράγμα, κατά τον χρόνο που ο κίνδυνος μεταβαίνει στον αγοραστή, δεν ανταποκρίνεται στη σύμβαση, εκτός αν ο αγοραστής κατά τη σύναψη της σύμβασης γνώριζε τη μη ανταπόκριση ή αυτή οφείλεται σε υλικά που χορήγησε ο αγοραστής. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση πράγματος με ψηφιακά στοιχεία, αν το πράγμα, κατά τον χρόνο παροχής των ψηφιακών στοιχείων, δεν ανταποκρίνεται στη σύμβαση. Αν η σύμβαση είναι εκτελεστέα με διαρκή παροχή των ψηφιακών στοιχείων, ο πωλητής ευθύνεται για την έλλειψη ανταπόκρισης των ψηφιακών στοιχείων καθ’ όλο το χρονικό διάστημα της υποχρέωσης παροχής τους». Καθιερώθηκε, λοιπόν, η ευθύνη του πωλητή ανεξαρτήτως υπαιτιότητάς του (αντικειμενική ευθύνη), η οποία στην ουσία διευκολύνει αποδεικτικά τον αγοραστή, ώστε να ασκήσει τα δικαιώματά του, καθώς δεν θα πρέπει να αποδείξει την ύπαρξη πταίσματος από πλευρά του πωλητή. Τούτο ισχύει και στην περίπτωση πώλησης πράγματος (το οποίο, ούτως ή άλλως, ίσχυε και υπό το παλαιότερο δίκαιο), όσο και στην περίπτωση πώλησης πράγματος με ψηφιακά στοιχεία. Κρίσιμος χρόνος διαπίστωσης της μη ανταπόκρισης του πράγματος στη σύμβαση είναι ο χρόνος παράδοσης του πράγματος, καθώς τότε ο αγοραστής θα μπορεί να εξετάσει το πράγμα και θα είναι σε θέση να διαπιστώσει τυχόν ελάττωμα. Στην περίπτωση, όμως, πώλησης πράγματος με ψηφιακά στοιχεία κρίσιμος χρόνος για τη γένεση της ευθύνης του πωλητή είναι ο χρόνος παροχής των ψηφιακών στοιχείων. Kαι αυτό γιατί το υλικό στοιχείο (λ.χ. hardware), όσο και το άυλο ψηφιακό στοιχείο (software) συνιστούν μία λειτουργική οντότητα. Ως εκ τούτου από εκείνο το χρονικό σημείο και μετά, ο αγοραστής θα μπορεί να διαπιστώσει την έλλειψη ανταπόκρισης του πράγματος στη σύμβαση. Σε περίπτωση, μάλιστα, που η σύμβαση είναι εκτελεστέα με διαρκή παροχή των ψηφιακών στοιχείων, τότε ο πωλητής θα ευθύνεται για την έλλειψη ανταπόκρισης των ψηφιακών στοιχείων σε όλο το χρονικό διάστημα της υποχρέωσης παροχής τους.

Το δε άρθρο 540ΑΚ , το οποίο τελεί σε άμεση σχέση με το άρθρο 538ΑΚ αναφορικά με την υποχρέωση ενημέρωσης εγκατάστασης ειδοποιήσεων, επικεντρώνεται κυρίως στην απουσία ευθύνης του πωλητή στην περίπτωση που ο αγοραστής δεν προβεί στην εγκατάσταση των απαιτούμενων ενημερώσεων επί του αγορασθέντος πράγματος. Στην περίπτωση αυτή ο πωλητής θα ευθύνεται, εφόσον 1. δεν είχε ενημερώσει τον αγοραστή για την διαθεσιμότητα της ενημέρωσης, 2. δεν είχε ενημερώσει τον αγοραστή για τις συνέπειες από την μη εγκατάσταση της ενημέρωσης  (και ειδικότερα για τον αποκλεισμό της ευθύνης του πωλητή) και 3. η μη εγκατάσταση της ενημέρωσης οφείλεται σε λανθασμένες οδηγίες του πωλητή Για παράδειγμα, έστω ότι ο Χ αγόρασε τον Μάρτιο του 2023 από το κατάστημα «SHOP» συσκευή έξυπνου τηλεφώνου (smart phone). Τον Ιούνιο του 2023 ο Χ διαπιστώνει ότι η συσκευή δεν ανταποκρίνεται στη σύμβαση, καθώς δεν είχε προβεί στην απαιτούμενη εγκατάσταση ενημέρωσης. Το κατάστημα «SHOP» δεν είχε, όμως, ενημερώσει τον Χ ότι, εφόσον ο τελευταίος δεν προβεί στην έγκαιρη εγκατάσταση της ενημέρωσης, τότε το κατάστημα «SHOP» δεν θα ευθύνεται για τυχόν δυσλειτουργία της συσκευής. Στην τελευταία, λοιπόν, περίπτωση το κατάστημα «SHOP» θα ευθύνεται σχετικώς για την δυσλειτουργία της συσκευής. 

Αναφορικά με την κατανομή του βάρους απόδειξης μεταξύ των μερών, το νέο άρθρο 541ΑΚ προβλέπει τα εξής: «Η έλλειψη ανταπόκρισης που εμφανίζεται μέσα σε ένα (1) έτος από την παράδοση του πράγματος τεκμαίρεται ότι υπήρχε κατά την παράδοση, εκτός αν αυτό δεν συμβιβάζεται με τη φύση του πράγματος ή με τη φύση της έλλειψης. Αν η σύμβαση είναι εκτελεστέα με διαρκή παροχή των ψηφιακών στοιχείων, η έλλειψη ανταπόκρισης που συνδέεται με τα ψηφιακά στοιχεία και διαπιστώνεται κατά τη διάρκεια της σύμβασης τεκμαίρεται ότι υπήρχε καθ’ όλο το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε»

 Το ως άνω άρθρο επέφερε δύο πολύ σημαντικές αλλαγές σε σχέση με την κατανομή του βάρους απόδειξης, το οποίο ρυθμιζόταν στο παλαιότερο δίκαιο στο αντίστοιχο άρθρο 537 παρ. 2 ΑΚ, διευρύνοντας την προστασία που παρέχεται προς τον αγοραστή. Ειδικότερα, 

1. Αύξησε τον χρόνο «έλλειψης ανταπόκρισης» από 6 μήνες σε 1 έτος, με αποτέλεσμα να επεκταθεί ο χρόνος προστασίας του αγοραστή, καθώς, εφόσον η έλλειψη ανταπόκρισης εμφανιστεί μέσα σε 1 έτος από την παράδοση του πράγματος, τότε τεκμαίρεται ότι η έλλειψη ανταπόκρισης υπήρχε ήδη κατά την παράδοση του πράγματος από τον πωλητή στον αγοραστή.

2. Στις περιπτώσεις συμβάσεως πώλησης με διαρκή παροχή ψηφιακών στοιχείων, εφόσον η έλλειψη ανταπόκρισης που συνδέεται με τα ψηφιακά στοιχεία, διαπιστωθεί κατά τη διάρκεια της σύμβασης, τότε τεκμαίρεται ότι προϋπήρχε. 

3. ΟΙ ΕΝΝΟΜΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΗ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΟΣ ΣΤΗ ΣΥΜΒΑΣΗ

Τι γίνεται, λοιπόν, στην περίπτωση που το πράγμα δεν ανταποκρίνεται στη σύμβαση; Ποιά είναι η ευθύνη του πωλητή και ποιά είναι τα δικαιώματα του αγοραστή; 

Στην περίπτωση  που διαπιστωθεί ότι το πράγμα δεν ανταποκρίνεται στη σύμβαση, τα δικαιώματα του αγοραστή έναντι του πωλητή για έλλειψη ανταπόκρισης προσδιορίζονται στο νέο άρθρο 542ΑΚ. Σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο, ο αγοραστής μπορεί να:

1. αιτηθεί την αποκατάσταση (διόρθωση ή αντικατάσταση) της ανταπόκρισης του πράγματος,

2. αιτηθεί την μείωση του τιμήματος,

3. υπαναχωρήσει από τη σύμβαση και

4. αιτηθεί την καταβολή αποζημίωσης.

Το παλαιό αντίστοιχο άρθρο 542ΑΚ προέβλεπε ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο έκρινε ότι  οι διατάξεις δεν μπορούσαν να δικαιολογήσουν την υπαναχώρηση από τη σύμβαση, μπορούσε να αποφασίσει την μείωση του τιμήματος ή να διατάξει αντικατάσταση του πράγματος. Μάλιστα, η διάταξη αυτή κρίθηκε ότι συνιστούσε κανόνα αναγκαστικού δικαίου (84/2020 ΤΝΠ Νόμος), καθώς αποτελεί ειδικότερη έκφανση της αρχής της καλής πίστης. Εντούτοις, η ως άνω πρόβλεψη δεν εμπεριέχεται στο νέο δίκαιο της πώλησης. Τούτη δε η κατάργηση της ως άνω δυνατότητας φαίνεται να αποστερεί από τον δικαστή την ευελιξία να αποφασίσει υπέρ της μείωσης του τιμήματος αντί της υπαναχώρησης, γεγονός που καθιστά εκ των πραγμάτων σε δυσμενέστερη θέση τον αγοραστή, αφού ο Δικαστής σε περίπτωση που κρίνει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της υπαναχώρησης, θα απορρίπτει την αγωγή. Σε κάθε περίπτωση μπορεί να υποστηριχθεί ότι και με το νέο δίκαιο ο Δικαστής θα έχει τούτη την δυνατότητα, καθώς η δυνατότητα αυτή απορρέει – ούτως ή άλλως - από την καλή πίστη (288ΑΚ).

H νέα ιδιαιτερότητα της ως άνω ρύθμισης είναι ότι ο αγοραστής δεν έχει το δικαίωμα επιλογής οποιουδήποτε εκ των ως άνω δικαιωμάτων, ως ίσχυε κατά το προϊσχύσαν δίκαιο (με τις εκεί ειδικότερες προϋποθέσεις). Ως προκύπτει από τα άρθρα 545ΑΚ προηγείται πάντοτε ο κανόνας της διατήρησης της σύμβασης και ως εκ τούτου ο αγοραστής θα πρέπει, πρωτίστως, να αιτηθεί την αποκατάσταση της ανταπόκρισης του πράγματος, δηλαδή να ζητήσει είτε τη διόρθωση είτε την αντικατάσταση του πράγματος. Μόνο εάν ο πωλητής αρνείται να πραγματοποιήσει την αποκατάσταση ή εφόσον η αποκατάσταση αποτύχει, τότε ο αγοραστής μπορεί να ζητήσει την μείωση του τιμήματος ή σε περίπτωση ουσιώδους έλλειψης ανταπόκρισης, να υπαναχωρήσει από την σύμβαση πώλησης. 

Επιπροσθέτως, στο νέο άρθρο 547ΑΚ προβλέφθηκε νομοθετικά  η δυνατότητα σώρευσης αποζημίωσης με τα δικαιώματα του αγοραστή για την κάλυψη τυχόν επιπρόσθετης ζημίας στην περίπτωση που η μη ανταπόκριση οφείλεται σε πταίσμα του πωλητή ή σε περίπτωση που απουσιάζει η συνομολογημένη ιδιότητα ανεξαρτήτως υπαιτιότητας, διότι ο πωλητής ανέλαβε την υποχρέωση για την ύπαρξη συγκεκριμένης ιδιότητας. Τούτο, βέβαια, γινόταν ούτως ή άλλως δεκτό και υπό το προϊσχύσαν δίκαιο.

Τέλος, στο νέο άρθρο 551ΑΚ προβλέφθηκε απλουστευμένα σε σχέση με το παλαιό άρθρο 551ΑΚ ότι «Αν από περισσότερα πράγματα που πωλήθηκαν μερικά μόνο δεν ανταποκρίνονται στη σύμβαση, το δικαίωμα αντικατάστασης ή υπαναχώρησης περιορίζεται σε αυτά, εκτός εάν δεν είναι εύλογο να αναμένεται από τον αγοραστή να δεχθεί να κρατήσει μόνο τα πράγματα που ανταποκρίνονται στη σύμβαση». Από την νέα αυτή διάταξη αφαιρέθηκε η φράση «χωρίς να ζημιωθεί ο ένας από τους συμβαλλόμενους» παρέχοντας στην ουσία στον αγοραστή καλύτερη προστασία, δεδομένου ότι το δικαίωμα του αγοραστή δεν μπορεί να αναχαιτιστεί από την σχετική βούληση του πωλητή.

4. ΤΟ ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗΣ

Στο νέο άρθρο 554ΑΚ προβλέφθηκε, ως προβλεπόταν και στο παλαιό άρθρο 554ΑΚ, ότι τα δικαιώματα του αγοραστή λόγω μη ανταπόκρισης στη σύμβαση παραγράφονται μετά την πάροδο πέντε (5) ετών για τα ακίνητα και δύο (2) ετών για τα κινητά. Στην παρ. 2 του νέου άρθρου 554 ΑΚ, όμως, λαμβάνονται υπ’ όψιν οι ιδιαιτερότητες της πώλησης των πραγμάτων με ψηφιακά στοιχεία, δεδομένου ότι στην περίπτωση σύμβασης εκτελεστέας με διαρκή παροχή ψηφιακών στοιχείων, τα δικαιώματα του αγοραστή που απορρέουν αποκλειστικά από τη μη ανταπόκριση του ψηφιακού στοιχείου παραγράφονται μετά την πάροδο έξι (6) μηνών από τη λήξη της συμβατικής διάρκειας, ενώ τα δικαιώματα του αγοραστή που απορρέουν αποκλειστικά από την αθέτηση της υποχρέωσης ενημέρωσης, παραγράφονται μετά την πάροδο έξι (6) μηνών από τη λήξη του χρόνου κατά τον οποίο οφείλεται η ενημέρωση.

Τέλος, κρίσιμο είναι και το νέο άρθρο 555ΑΚ, το οποίο προβλέπει ότι η παραγραφή δεν συμπληρώνεται πριν από την πάροδο δύο (2) μηνών από τον χρόνο που διαπιστώθηκε η έλλειψη ανταπόκρισης. Η ρύθμιση αυτή, φέρεται να διευρύνει την προστασία του αγοραστή, εντούτοις δημιουργεί αβεβαιότητα στην πλευρά του πωλητή ως προς τα εκάστοτε χρονικά όρια της ευθύνης του, καθώς δεν μπορεί να εξακριβωθεί εύκολα ο χρόνος διαπίστωσης εκ μέρους του αγοραστή της έλλειψης ανταπόκρισης.

5. ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ

Από την ως άνω ανάλυση, προκύπτει ότι το νέο δίκαιο της πώλησης δεν έχει πολυάριθμες αλλαγές έναντι του παλαιότερου νομικού καθεστώτος. Οι σημαντικότερες, μάλιστα, καινοτομίες των νέων ρυθμίσεων εντοπίζονται  κυρίως στις  νέες ρυθμίσεις για τα «πράγματα με ψηφιακά στοιχεία», οι οποίες, μάλιστα, δεν περιορίζονται στις καταναλωτικές συμβάσεις αλλά εφαρμόζεται σε όλων των ειδών συμβάσεων πώλησης ακόμη και μεταξύ προσώπων που δεν φέρουν την ιδιότητα του καταναλωτή. Πρόκειται, λοιπόν, για ρυθμίσεις, οι οποίες είχαν ως στόχο τον εκσυγχρονισμό του Αστικού μας Κώδικα στην σύγχρονη οικονομική πραγματικότητα και οι οποίες, όμως, δεν διαφοροποίησαν συστηματικά την ουσία των νομοθετικών προβλέψεων. 

Διαβάστε περισσότερα
 
back to top