1. Λυκαβηττού 2, Κολωνάκι
2. Ακαδημίας 28, Κολωνάκι
210 36 41 214 - 210 36 46 874
   EN

main image

Η Ευθύνη του Αποκτώντος μια Επιχείρηση μέσω Asset-Deal για τα Χρέη αυτής και οι Ενδείκτες της Νομολογίας


μεταβίβαση επιχείρησης

Legal Insight

Ιούνιος 2023

Δανάη Στάμαργα, ΜΔΕ

Περίληψη: Σε μια συναλλαγή share-deal (μετοχών κοκ), ο φορέας της επιχείρησης παραμένει ο ίδιος και απλώς αλλάζει ο μέτοχος. Στην περίπτωση όμως του asset-deal έχουμε μεταβίβαση των επιμέρους περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης. Εκεί τίθεται το ζήτημα της ευθύνης του αποκτώντος για τα χρέη της επιχείρησης τα περιουσιακά στοιχεία της οποίας μεταβιβάστηκαν. Το παρόν άρθρο απαντάει στο ερώτημα πότε ευθύνεται ο αποκτών μια επιχείρηση μέσω asset-deal για τα χρέη αυτής μέσα από την παράθεση πραγματικών περιπτώσεων που έχουν κριθεί από την ελληνική δικαιοσύνη.

1. Εισαγωγικά – Προϋποθέσεις και συνέπειες εφαρμογής της 479 ΑΚ

Στο άρθρο 479 ΑΚ ορίζεται ότι «Αν με σύμβαση μεταβιβάστηκε περιουσία ή επιχείρηση, αυτός που αποκτά ευθύνεται απέναντι στο δανειστή έως την αξία των μεταβιβαζόμενων στοιχείων για τα χρέη που ανήκουν στην περιουσία ή στην επιχείρηση. Η ευθύνη αυτού που μεταβιβάζει εξακολουθεί να υπάρχει. Αντίθετη συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων που βλάπτει τους δανειστές είναι άκυρη απέναντι τους». Καθιερώνεται κατ’ αυτό τον τρόπο εκ του νόμου ευθύνη του αποκτώντος την επιχείρηση ή την περιουσιακή ομάδα, δίχως ο τελευταίος να χρειάζεται να συναινέσει ή να έχει συναινέσει στην ανάληψη των χρεών του μεταβιβάζοντος. Ο σκοπός της ανωτέρω διάταξης δεν είναι άλλος από την προστασία των δανειστών του μεταβιβάζοντος, έναντι των οποίων ήταν υπέγγυα η μεταβιβαζόμενη περιουσία, η οποία ως οικονομική ενότητα ενέχει και τη δυναμική ανάπτυξης οικονομικής δραστηριότητας του φορέα της, με αντίστοιχη αύξηση των οικονομικών δυνατοτήτων του τελευταίου προς αντιμετώπιση των χρεών του. Άλλωστε, και ο αποκτών στις περιπτώσεις αυτές, δεν αποσκοπεί στην απόκτηση ενός επιμέρους περιουσιακού στοιχείου, αλλά στην απόκτηση ενός συνόλου στοιχείων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα στοιχεία του παθητικού της περιουσίας ή της επιχείρησης.

Οι προϋποθέσεις εφαρμογής της ανωτέρω διάταξης είναι οι εξής: α) μεταβίβαση περιουσίας ή επιχείρησης, όπου ως περιουσία, εν προκειμένω, νοείται το σύνολο των δεκτικών χρηματικής αποτίμησης δικαιωμάτων (ενεργητικό περιουσίας) και ως επιχείρηση μία οικονομική ενότητα, οργανωμένη στη βάση περιουσιακών αγαθών (υλικών ή άυλων, π.χ. εργασία, πελατεία, φήμη κ.λπ.) για την ανάπτυξη δραστηριότητας προς επίτευξη οικονομικών (κερδοσκοπικών) σκοπών, β) χρέη, τα οποία να ανήκουν στην περιουσία ή την επιχείρηση και τα οποία να υπήρχαν ήδη κατά το χρόνο μεταβίβασης, τουλάχιστον κατά το γενεσιουργό τους λόγο (πχ τόκοι για το χρόνο μετά τη μεταβίβαση από χρέη που προϋπήρχαν, βλ. και 2545/2003 ΕφΑθ, 736/2002 ΑΠ), γ) γνώση για μεταβίβαση περιουσιακού συνόλου, ιδίως όταν πρόκειται για μεταβίβαση μεμονωμένου περιουσιακού στοιχείου το οποίο αποτελεί το μόνο ή το σημαντικότερο τμήμα της περιουσίας ή της επιχείρησης, ο δανειστής που αξιώνει την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης οφείλει να αποδείξει τη σχετική γνώση του αποκτώντος (βλ. υπ’ αρ. 1384/2018 ΜΕφΘεσ σύμφωνα με την οποία μητέρα τριτεγγυήτρια σε έκδοση συναλλαγματικών μεταβίβασε στην κόρη της διαμέρισμα, το οποίο συνιστούσε το σημαντικότερο περιουσιακό της στοιχείο και για το λόγο αυτό η κόρη υποχρεώθηκε να καταβάλει το ποσό των συναλλαγματικών στον εκδότη τους).

Συνέπεια των ανωτέρω προϋποθέσεων είναι η παθητική εις ολόκληρο ενοχή μεταξύ μεταβιβάζοντος και αποκτώντος για τα χρέη της περιουσίας ή της επιχείρησης, που είχαν δημιουργηθεί έως τη μεταβίβαση. Μάλιστα, ο μεν μεταβιβάζων συνεχίζει να ευθύνεται απεριορίστως, ο δε αποκτών περιορισμένα μέχρι την αξία των μεταβιβαζομένων κατά τον χρόνο της μεταβίβασης. Έτσι, ο δανειστής μπορεί επιλεκτικά να εναγάγει και τους δύο μαζί, συγχρόνως ή διαδοχικώς, ή όποιον από τους δύο επιλέξει (1384/2018 ΜΕφΘεσ).

2. Νομολογιακοί Ενδείκτες

Στο πλαίσιο της ανωτέρω διάταξης  και προκειμένου να εκτιμηθεί κατά πόσο συντρέχει δυνατότητα εφαρμογή αυτής στην εκάστοτε περίπτωση μεταβίβασης επιχείρησης τα ελληνικά δικαστήρια θεωρούν κρίσιμα τα εξής στοιχεία: «1) μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα κλπ), 2) μεταβίβαση ή μη άϋλων αγαθών και η αξία τους, 3) απασχόληση ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από το νέο επιχειρηματία, 4) μεταβίβαση ή μη της πελατείας, 5) βαθμό ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση και 6) διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών» (56/2022 ΕφΑθ, 1850/2006 ΑΠ κ.ά.). Κατά περίπτωση, δε, τα δικαστήρια της χώρας μας έχουν προχωρήσει περαιτέρω στην παράθεση ορισμένων ειδικότερων ενδεικτών, οι οποίοι συνηγορούν υπέρ της ύπαρξης μεταβίβασης επιχείρησης, με αποτέλεσμα την εκ του νόμου συνευθύνη μεταβιβάζοντος και αποκτώντος. Παρακάτω εκτίθενται αναλυτικότερα ορισμένοι από τους εν λόγω ενδείκτες:

- Ο κοινός εταιρικός σκοπός μεταβιβάζουσας και αποκτώσας, η χρήση των ίδιων εγκαταστάσεων, ακόμη και του ίδιου τηλεφωνικού αριθμού, η ένταξη αμφότερων των εταιρειών (μεταβιβάζουσας και αποκτώσας) με το σύστημα της σύμβασης δικαιόχρησης (franchise) στο ίδιο δίκτυο καταστημάτων, η μεταβίβαση από τη μία εταιρεία στην άλλη όλων των εμπορευμάτων και του εξοπλισμού αλλά και των άυλων αγαθών της μεταβιβάζουσας (σήμα, διακριτικά γνωρίσματα, φήμη, τεχνογνωσία, οργάνωση και πελατεία) και η παράλληλη λειτουργία των δύο επιχειρήσεων εντός του ίδιου καταστήματος super market για χρονικό διάστημα πλέον του ενός έτους, αναφέρονται στην υπ’ αρ. 9112/2020 ΜΠρΑθ ως ενδείκτες που οδήγησαν στην κατάφαση ευθύνης της νεοσυσταθείσας (αποκτώσας) εταιρείας για τα χρέη της λυθείσας (μεταβιβάζουσας) βάσει του άρθρου 479 ΑΚ. Παρόμοια κριτήρια για την κατάφαση ευθύνης βάσει του ανωτέρω άρθρου αναφέρονται και στις υπ’ αρ. 711/2011 ΕφΑθ και 1831/2008 ΕφΘεσ.

- Σε κάθε περίπτωση βασικό κριτήριο, σύμφωνα με τη νομολογία, για τη διαπίστωση μεταβίβασης επιχείρησης είναι το εξής: η μεταβιβαζόμενη επιχείρηση ή εκμετάλλευση να διατηρεί την ταυτότητά της και υπό το νέο φορέα της (βλ. 9112/2020 ΜΠρΑθ, 711/2011 ΕφΑθ, 1850/2006 ΑΠ κ.ά.). Στο πλαίσιο αυτό η υπ’ αρ. 1850/2006 ΑΠ έκρινε ότι «Η ταυτότητα της επιχειρήσεως δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι ο διάδοχος προσέθεσε στα μεταβιβαζόμενα στοιχεία και νέα (νέα μηχανήματα, εγκαταστάσεις, προσέλαβε και νέο προσωπικό, τροποποίησε μερικώς το σκοπό, π.χ. επέκταση εργασιών, παραγωγή και νέων προϊόντων κ.λπ.). Η επί μακρόν διακοπή λειτουργίας της επιχειρήσεως είναι δυνατόν να μεταβάλει την ταυτότητα της επιχείρησης, διότι στην περίπτωση αυτή η οργάνωση, η πελατεία, η φήμη εξαφανίζονται ωστόσο, εκτός από τη διακοπή πρέπει να συνεκτιμώνται και άλλα στοιχεία προς διαπίστωση αν υπάρχει μεταβίβαση επιχειρήσεως. Προσωρινή διακοπή δεν μεταβάλει κατά κανόνα την ταυτότητα της επιχειρήσεως».

- Η μεταβίβαση πελατείας, σημαίνει μεταβίβαση επιχείρησης, καθώς η πελατεία συνιστά το κεντρικό συστατικό στοιχείο της επιχείρησης, χωρίς το οποίο δεν μπορεί να λειτουργήσει, όταν αυτό είναι το μοναδικό ή το κυριότερο από τα στοιχεία του μεταβιβασθέντος. Το ανωτέρω κρίθηκε στην υπ’ αρ. 496/2021 ΕφΠατρ, σύμφωνα με την οποία, πέραν της μεταβίβασης του ιατρικού εξοπλισμού από την μεταβιβάζουσα εταιρεία προς την αποκτώσα, και την πρόσληψη του προσωπικού της πρώτης από την δεύτερη, «μεταβιβάσθηκαν στην εναγομένη της Β’ αγωγής η φήμη και η πελατεία της προαναφερόμενης ορθοπεδικής κλινικής, άυλα περιουσιακά στοιχεία τα οποία ωστόσο έχουν σημαντική εμπορική αξία και συνιστούν τον πυρήνα της οικονομικής ενότητας της επιχείρησης, δεδομένου μάλιστα ότι πρόκειται για μία από τις παλαιότερες ορθοπεδικές κλινικές της πόλης των Πατρών (1969) που είχε δημιουργήσει σημαντικό κύκλο πελατείας και εμπορική φήμη και πίστη […] Από όλα τα ανωτέρω αποδείχθηκε με σαφήνεια ότι η επιχείρηση της ...κλινικής που εκμεταλλευόταν η εταιρία «........» από το έτος 2014 και έπειτα μεταβιβάστηκε ως οικονομική ενότητα στην εναγομένη της Β’ αγωγής, η αξία δε αυτής υπερβαίνει την υποστηριζόμενη από την τελευταία αξία του ενεργητικού της με βάση τον ισολογισμό του έτους 2014 (545.863,50 ευρώ), καθόσον δε συνυπολογίζεται σε αυτό η αξία της πελατείας, της φήμης και της εμπορικής πίστης, που αποτελούσαν και τον πυρήνα της επιχείρησης αυτής». Όμοιες κρίσεις διαλαμβάνει και η υπ’ αρ. 1463/2022 ΕφΑθ σύμφωνα με την οποία «Σε περίπτωση αμφιβολίας, μάλιστα, η μεταβίβαση της πελατείας θα σημαίνει και μεταβίβαση της επιχείρησης, πολύ περισσότερο όταν ο μεταβιβάζων την πελατεία κλείνει την επιχείρησή του, διότι η πελατεία συνιστά το κεντρικό συστατικό στοιχείο της επιχείρησης, χωρίς το οποίο δεν μπορεί να λειτουργήσει» (βλ. και 295/2020 ΜΕφΘεσ). Είναι εξάλλου δυνατό η διάταξη 479 ΑΚ να εφαρμοστεί και χωρίς να λάβει χώρα μεταβίβαση ολόκληρης επιχείρησης αλλά με την πώληση του «αέρα» αυτής ως σημαντικότερου στοιχείου της (βλ. 960/2006 ΕφΠειρ). Τούτο συμβαίνει ιδίως σε περιπτώσεις μίσθωσης καταστήματος όπου πέραν της καταβολής του μισθώματος συμφωνείται και η καταβολή αντιτίμου λόγω πώλησης του «αέρα» της επιχείρησης (φήμη, πελατεία κλπ).

- Η "απόσπαση" ή "απόσχιση" βιομηχανικού κλάδου πολυκλαδικής επιχειρήσεως και η εισφορά του σε λειτουργούσα ή το πρώτον συνιστώμενη ανώνυμη βιομηχανική εταιρία, η οποία γίνεται σύμφωνα με τους κοινούς κανόνες της ειδικής διαδοχής, έχει ως αποτέλεσμα την εφαρμογή του άρθρου 479 ΑΚ για την προστασία των εταιρικών δανειστών. Το ανωτέρω κρίθηκε στην υπ’ αρ. 1154/1998 ΑΠ όπου αποσπάσθηκε ο βιομηχανικός κλάδος των φαρμάκων και καλλυντικών μίας επιχείρησης, ο οποίος εισφέρθηκε σε νέα ιδρυθείσα βιομηχανική εταιρεία στην οποία μεταβιβάσθηκαν ταυτόχρονα και οι εγκαταστάσεις, ο εξοπλισμός και οι πρώτες ύλες που χρησιμοποιούνταν από τον αποσχισθέντα βιομηχανικό κλάδο της αρχικής επιχείρησης, με συνέπεια να ευθύνεται για τα χρέη της αρχικής επιχείρησης και η νεοσυσταθείσα εταιρεία, στην οποία μεταβιβάστηκε ο κλάδος φαρμάκων και καλλυντικών της πρώτης. Όμοιες κρίσεις διαλαμβάνονται και στην υπ’ αρ. 736/2002 ΑΠ, καθώς και στην υπ’ αρ. 1470/2020 ΜΕφΑθ.

- «Με την πώληση επιχείρησης πρέπει να εξομοιωθεί η πώληση και μεταβίβαση όλων των μετοχών ή μεριδίων μιας κεφαλαιουχικής ή προσωπικής εταιρείας, η οποία είναι φορέας μιας επιχείρησης αλλά και η απόκτηση της πλειοψηφίας των μετοχών ή μεριδίων, ώστε να ελέγχεται η  εταιρεία και να είναι δυνατή η τροποποίηση του καταστατικού της, χωρίς να απαιτείται και η μεταβίβαση των κατ’ ιδίαν στοιχείων της επιχείρησης», όπως τούτο κρίθηκε από την υπ’ αρ.  3704/2017 ΠΠρΑθ, σύμφωνα με την οποία «η επιχείρηση αποκτάται από τον αγοραστή με την απόκτηση του συνόλου ή της πλειοψηφίας των μετοχών ή μεριδίων της εταιρείας».

- Η υπ’ αρ. 1083/2021 ΜΕφΘεσ έκρινε ότι μεταβίβαση επιχείρησης συνιστά και η εικονική σύμβαση μίσθωσης επιχείρησης, η οποία «μοναδικό σκοπό είχε αφ’ ενός τη συνέχιση της εμπορικής δραστηριότητας της καταρρέουσας από οικονομικής απόψεως πρώτης εναγομένης από την οικονομικά εύρωστη εφεσίβλητη εταιρία …  και αφ’ ετέρου την αποφυγή πληρωμής όλων εκείνων των ληξιπρόθεσμων χρεών που η πρώτη εναγόμενη είχε προς τους διάφορους πιστωτές της, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και ο ενάγων…». Ως εκ τούτου, η ανωτέρω απόφαση καταλήγει στην εξής κρίση: «Εφόσον από όλα τα ανωτέρω στοιχεία αποδεικνύεται ότι η πρώτη εναγομένη μεταβίβασε χαριστικώς (άνευ της καταβολής κάποιου ανταλλάγματος) τα περιουσιακά στοιχεία της επιχείρησής της όπως ήταν οργανωμένη και διαμορφωμένη, ως ενιαίο οικονομικό και περιουσιακό σύνολο (εμπορικό απόθεμα, πελατεία, οργάνωση, διακριτικό τίτλο και λοιπά διακριτικά γνωρίσματα, εμπορική πίστη και φήμη αξίας τουλάχιστον 1.000.000 ευρώ), στη δεύτερη εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη εταιρία, η οποία από ετών ασκούσε συναφή επιχειρηματική δραστηριότητα στην περιοχή της Νάπολης, τότε η τελευταία αναδέχθηκε σωρευτικά εκ του νόμου και όλα τα χρέη της δικαιοπαρόχου της, μεταξύ αυτών και την προς τον ενάγοντα οφειλή, ύψους 59.690 ευρώ, η οποία ουδόλως αμφισβητήθηκε από την πρώτη εναγομένη αγοράστρια εταιρία τόσο ως προς το συνολικό ποσό, όσο και ως προς το νομιμότοκο του ποσού της κάθε επί μέρους πώλησης. Συνεπώς, συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 479 Α.Κ., η δε εφεσίβλητη ευθύνεται και η ίδια έναντι του ενάγοντος για την καταβολή του ποσού των 59.690 ευρώ, λόγω σωρευτικής αναδοχής των χρεών της μεταβιβασθείσας επιχείρησης, ενώ η ίδια (εφεσίβλητη) κατά το χρόνο συντέλεσης της ως άνω άτυπης μεταβίβασης είχε πλήρη γνώση, σε κάθε δε περίπτωση μπορούσε ενόψει των ειδικών συνθηκών να αντιληφθεί, ότι αποκτά το σύνολο ή έστω το σημαντικότερο μέρος της επιχείρησης αυτής».

- Σύμφωνα με την υπ’ αρ. 545/2015 ΕφΠειρ συνιστά μεταβίβαση επιχείρησης κατά την έννοια του άρθρου 479 ΑΚ, η μεταβίβαση πλοίου «μονοβάπορης» ναυτικής εταιρείας καθώς «η αποκτούσα γνώριζε την εν γένει περιουσιακή κατάσταση της μεταβιβάζουσας και μπορούσε να αντιληφθεί ότι η περιουσία που της μεταβιβάστηκε αποτελούσε το σύνολο αυτής ή το σημαντικότερο ποσοστό της».

3. Περιπτώσεις μη εφαρμογής της διάταξης

Τέλος, υποστηρίζεται ότι η εν λόγω διάταξη δεν τυγχάνει εφαρμογής όταν στο μεταβιβασθέν ακίνητο, παρά το γεγονός ότι αποτελεί το σημαντικότερο στοιχείο της περιουσίας του οφειλέτη, υφίστανται βάρη υπέρτερα της αξίας του. Το ανωτέρω κρίθηκε στην υπ’ αρ. 261/2015 ΕφΠειρ «δεδομένου ότι, ως περιουσία, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, νοείται μόνο το ενεργητικό της, δηλαδή εκείνο που απομένει μετά την αφαίρεση των υποχρεώσεων» (βλ. και 1828/2014 ΑΠ σύμφωνα με την οποία «… τα μεταβιβασθέντα ακίνητα, που είχαν βάρη υπέρτερα της αξίας τους, δεν αποτελούσαν περιουσία κατά την έννοια του άρθρ. 479 ΑΚ και συνεπώς ο αποκτών εναγόμενος δεν ευθύνεται έναντι της ενάγουσας μέχρι της αξίας των ακινήτων που αυτή του μεταβίβασε»). Ομοίως, υποστηρίζεται ότι αν γίνουν μεταβιβάσεις των επί μέρους περιουσιακών στοιχείων σε διάφορα πρόσωπα και με τις μεταβιβάσεις αυτές εξαντλείται η περιουσία του μεταβιβάζοντος, και πάλι η εν λόγω διάταξη δεν εφαρμόζεται, εκτός και αν οι περισσότερες μεταβιβάσεις αποτελούν μεθόδευση, ώστε να καταστρατηγηθεί η ρύθμιση. Το τελευταίο κρίθηκε από την υπ’ αρ. 909/2010 ΑΠ, σύμφωνα με την οποία η ΑΚ 479 δεν εφαρμόζεται «όταν το σύνολο περιουσίας ή επιχειρήσεως μεταβιβάζεται τμηματικά σε περισσότερα διαφορετικά πρόσωπα, εκτός αν εκείνοι που αποκτούν γνωρίζουν αυτό, ότι δηλαδή οι πλείονες συμβάσεις έγιναν με τον αυτό σκοπό της μεταβίβασης της περιουσίας, οπότε η ευθύνη καθενός από αυτούς περιορίζεται ανάλογα με το τμήμα της περιουσίας που αποκτούν» (έτσι και οι ΑΠ 1228/2014, 1995/2014).

Διαβάστε περισσότερα
 
back to top