1. Λυκαβηττού 2, Κολωνάκι
2. Ακαδημίας 28, Κολωνάκι
210 36 41 214 - 210 36 46 874
   EN

main image

Η Υποχρέωση Αναδιαπραγμάτευσης επί Τραπεζικών Συμβάσεων


αναδιαπραγμάτευση τραπεζικών συμβάσεων

Legal Insight

Φεβρουάριος 2023

Κωνσταντίνα Δασκαλοπούλου, ΜΔΕ

Περίληψη: Στο παρόν σημείωμα, εξετάζουμε συνοπτικά τη δυνατότητα θεμελίωσης υποχρέωσης αναδιαπραγμάτευσης στο πλαίσιο των συμβάσεων που συνάπτονται με πιστωτικά ιδρύματα, με στόχο την συμμόρφωση αυτών προς τις μεταβαλλόμενες συνθήκες που ενδέχεται να φέρουν τον οφειλέτη αντιμέτωπο με αδυναμία τήρησης των συμβατικών του υποχρεώσεων. 

Α. Εισαγωγικά:

Οι συμβατικές σχέσεις, που εμφανίζουν διάρκεια στο χρόνο, επηρεάζονται από τις εκάστοτε υφιστάμενες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, εντός των οποίων αναπτύσσουν τα επιδιωκόμενα αποτελέσματά τους. Σε περίπτωση μεταβολής των εν λόγω συνθηκών, καθίσταται απαραίτητη υπό προϋποθέσεις και η ανάλογη αναπροσαρμογή των σχετικών συμβάσεων, ώστε αυτές να ανταποκριθούν στις νέες περιστάσεις, χωρίς να θιγεί η ισχύς τους. Στο πλαίσιο αυτό, άλλοτε οι ίδιοι οι συμβαλλόμενοι έχουν προνοήσει, προβλέποντας τους μηχανισμούς εκείνους που θα επιτρέψουν τη διάσωση της συμβατικής σχέσης, ενώ σε άλλες περιπτώσεις τέτοια συμβατική πρόβλεψη δεν υπάρχει. Ιδίως υπό την τελευταία αυτή εκδοχή, τίθεται το εξής ερώτημα: μήπως, παρά την έλλειψη συμβατικής πρόβλεψης, υποχρεούνται τα μέρη που έρχονται αντιμέτωπα με μια απροσδόκητη μεταβολή των δεδομένων, υπό τα οποία αποφάσισαν να συμβληθούν, να καθίσουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και να δώσουν μια δεύτερη ευκαιρία στο συμβατικό δεσμό; 

Β. Η σχέση τράπεζας-δανειολήπτη ως σχέση εμπιστοσύνης:

Η οικονομική κρίση ανέδειξε την ανάγκη αναπροσαρμογής των υφιστάμενων κατά τον χρόνο εμφάνισής της συμβατικών σχέσεων. Συνεπεία της εκτεταμένης δημοσιονομικής κρίσης, πλήθος φυσικών και νομικών προσώπων αδυνατούσε να ανταποκριθεί στις συμβατικά ανειλημμένες οικονομικές υποχρεώσεις του• μεταξύ των τελευταίων, συγκαταλέγονταν και οι υποχρεώσεις έναντι πιστωτικών ιδρυμάτων. 

Η σχέση πιστωτικού ιδρύματος και δανειολήπτη χαρακτηρίζεται –ως σχέση που εκτείνεται στον χρόνο– από την ανάπτυξη ενός κλίματος αυξημένης εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών. Όπως χαρακτηριστικά λέγεται, η έννομη σχέση πελάτη και τράπεζας, ήδη από το στάδιο των διαπραγματεύσεων, διαπνέεται σε έντονο βαθμό από την αμοιβαία εμπιστοσύνη ότι κάθε συμβαλλόμενος θα καταβάλει κάθε δυνατή αλλά και διαρκή προσπάθεια να εξυπηρετήσει τον επιδιωκόμενο συμβατικό σκοπό. Το στοιχείο της εμπιστοσύνης, που θεωρείται χαρακτηριστικό κάθε διαρκούς σχέσης, επηρεάζει την πορεία της συμβατικής σχέσης στο σύνολό της. 

Στο πλαίσιο αυτό, η νομολογία σταθερά υιοθετεί τη θέση ότι «οι Τράπεζες, ως χρηματοδοτικοί οργανισμοί, έχουν αυξημένη ευθύνη κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού τους έργου και οφείλουν να μεριμνούν για τα συμφέροντα αυτών που χρηματοδοτούν, αφού από τη φύση της η πιστωτική σχέση, ως διαρκής έννομη σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, επιβάλλει την υποχρέωση πίστης και προστασίας από την πλευρά των τραπεζών των συμφερόντων των πελατών τους, ώστε να αποφεύγονται υπέρμετρα επαχθείς γι’ αυτούς συνέπειες» (ΑΠ 323/2021)».

Η ως άνω υποχρέωση πίστης και προστασίας που βαρύνει τα πιστωτικά ιδρύματα απορρέει από την αρχή της καλής πίστης (ΑΚ 288) και επιβάλλει στην τράπεζα την υποχρέωση να  ανεχθεί μια εύλογη καθυστέρηση στην εκπλήρωση της παροχής του οφειλέτη. Το προαναφερθέν ισχύει, κατά τις ίδιες νομολογιακές σκέψεις, «σε περίπτωση δυσχέρειας του πιστούχου να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του από την πιστωτική σύμβαση λόγω πρόσκαιρης οικονομικής αδυναμίας του, που όμως υπερβαίνει τα όρια της αντοχής του», οπότε «η καλόπιστη από την πλευρά της Τράπεζας συμπεριφορά επιβάλλει σ' αυτή την υποχρέωση να ανεχθεί μια εύλογη καθυστέρηση στην εκπλήρωση της παροχής του οφειλέτη, ιδίως όταν η επιδίωξη της άμεσης εκπλήρωσης της παροχής του πρόκειται να οδηγήσει σε πλήρη οικονομική καταστροφή του, χωρίς ουσιαστικό κέρδος για την ίδια. Κατά την έννοια αυτή η Τράπεζα θα πρέπει, σε περίπτωση πρόσκαιρης οικονομικής αδυναμίας του πελάτη της, να αποφύγει την εσπευσμένη καταγγελία της μεταξύ τους πιστωτικής σύμβασης και το κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού τους, προπάντων όταν οι απαιτήσεις της είναι ασφαλισμένες με εμπράγματες ή προσωπικές ασφάλειες, ο δε πελάτης της βρίσκεται σε άμεση οικονομική εξάρτηση απ' αυτή και δεν οφείλει σε τρίτους, αφού τότε οι παραπάνω ενέργειές της προσλαμβάνουν καταχρηστικό χαρακτήρα» (ΑΠ 1185/2019• 1352/2011).

Γ. Η υποχρέωση αναδιαπραγμάτευσης ως υποπερίπτωση της υποχρέωσης προστασίας: 

Δεδομένων των ανωτέρω, υποστηρίζεται ότι, ιδίως στο πεδίο των τραπεζικών συμβάσεων, είναι δυνατή η θεμελίωση υποχρέωσης αναδιαπραγμάτευσης, ως μία από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την βαρύνουσα το πιστωτικό ίδρυμα υποχρέωση πίστης και προστασίας των συμφερόντων του οφειλέτη. Με άλλα λόγια, η τράπεζα οφείλει, στο πλαίσιο των υποχρεώσεων πρόνοιας που την βαρύνουν, να συμπεριφέρεται καθ’ όλη τη διάρκεια της συμβατικής σχέσης κατά τρόπο που εξασφαλίζει την αποφυγή της υπερχρέωσης του δανειολήπτη αλλά και την αντιμετώπιση αυτής, αν ήθελε ανακύψει. Πλάι, λοιπόν, στην υποχρέωση ανοχής μιας εύλογης καθυστέρησης στην εκπλήρωση της παροχής, που σταθερά αναγνωρίζει η νομολογία, γίνεται δεκτή και η ύπαρξη μιας υποχρέωσης ενέργειας, δηλαδή της υποχρέωσης αναδιαπραγμάτευσης με απώτερο στόχο τη διάσωση της σύμβασης, προς όφελος αμφότερων των συμβαλλομένων. Τούτο διότι η αναδιαπραγμάτευση εξυπηρετεί, αναμφίβολα, τα συμφέροντα τόσο του δανειολήπτη, ο οποίος μέσα από την τροποποίηση των συμβατικών όρων θα εξασφαλίσει τον απαραίτητο χρόνο ώστε να αντιμετωπίσει την οικονομική δυσχέρειά του και να συμμορφωθεί προς τις συμβατικές του υποχρεώσεις, όσο και της τράπεζας, η οποία, ομοίως, θα δει τη σύμβαση να τηρείται κανονικά, μετά την ανάκαμψη του οφειλέτη, αποφεύγοντας την επιβολή πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, η επιτυχία των οποίων δεν  είναι δεδομένη.

Στόχος της αναδιαπραγμάτευσης είναι, τελικώς, η παροχή των απαραίτητων διευκολύνσεων στον δανειολήπτη που αντιμετωπίζει μια σοβαρή δυσχέρεια να ανταποκριθεί στις συμβατικές του υποχρεώσεις. Έτσι, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της υπό εξέταση περίπτωσης, κατάλληλη διευκόλυνση μπορεί να συνιστά η επιμήκυνση του χρόνου καταβολής του δανείου ή η παροχή μιας περιόδου χάριτος, ώστε, στο μεσοδιάστημα, ο οφειλέτης να ανακτήσει, οικονομικά, τις δυνάμεις του. 

Πρέπει να σημειωθεί ότι η αναδιαπράγματευση προκρίνεται ως λύση έναντι της δικαστικής επέμβασης στην συμβατική σχέση, η οποία αποσκοπεί και πάλι στην τροποποίηση του περιεχομένου της, πλην όμως με τρόπο ετερόνομο. Αντί, δηλαδή, τα μέρη, να καταφύγουν απευθείας στην κοστοβόρα και χρονοβόρα δικαστική οδό, μπορούν να προσπαθήσουν να εντοπίσουν κατά τρόπο συναινετικό την «χαμένη ισορροπία» της συμβατικής σχέσης. Μάλιστα, η αναδιαπραγμάτευση θα αποτελεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, το μοναδικό τρόπο αναπροσαρμογής του περιεχομένου μιας πιστωτικής σύμβασης. Τούτο διότι, για να περάσει η σύμβαση επιτυχώς το κατώφλι της δικαστικής αναπροσαρμογής, θα πρέπει η διατάραξη της ισορροπίας που έχει μεσολαβήσει να είναι αυξημένης έντασης• διαφορετικά, ο δικαστής δεν δύναται να επέμβει διορθωτικά στο συμβατικό δεσμό. Από την άλλη, δεδομένης της υποχρέωσης προστασίας που βαρύνει τα πιστωτικά ιδρύματα κατά τα ανωτέρω, υποστηρίζεται ότι η υποχρέωση αναδιαπραγμάτευσης υφίσταται, κατά κανόνα, σε κάθε περίπτωση που η πίστωση είναι μη εξυπηρετούμενη.

Η τήρηση της υποχρέωσης αναδιαπραγμάτευσης, εξάλλου, δεν αποτελεί αναγκαίο προστάδιο της δικαστικής αναπροσαρμογής• ενδέχεται όμως να συνεκτιμηθεί από το δικαστή που θα κληθεί, τελικώς, να επέμβει ώστε να τροποποιήσει τη σύμβαση ή να κρίνει το κύρος της καταγγελίας που επιχειρήθηκε, χωρίς την προηγούμενη μεσολάβηση σχετικής προσπάθειας αναδιαπραγμάτευσης ή κατόπιν της κακόπιστης συμμετοχής της τράπεζας σε αυτήν.

Έτσι, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την υπ’ αριθμ. 5725/2016 απόφασή του, αξιολόγησε το γεγονός ότι η τράπεζα δεν ανταποκρίθηκε στην προσπάθεια της οφειλέτριας εταιρείας εστίασης προς επαναδιαπραγμάτευση των όρων της σύμβασης, με αποτέλεσμα την εκ μέρους της επίδειξη μιας όχι και τόσο διαλλακτικής τακτικής. Κατά τις κρίσιμες σκέψεις της απόφασης: «Η αιτούσα … απέστειλε στην καθ’ ης σωρεία επι¬στολών, με την οποία την ενημέρωνε για τη δυσμενή επίδραση της οικονομικής κρίσης στη ρευστότητα της πιστούχου, και της ζητούσε την κατάπτωση των προσωπικών της εγγυήσεων, ύψους ως ανωτέρω, είτε για την αποπληρωμή του κεφαλαίου κίνησης, ώστε να μην επιβαρύνεται η εταιρία με υπέρογκους τόκους, στους οποίους δεν μπορούσε πλέον να ανταπεξέλθει, είτε για την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων δόσεων του ένδικου δανείου (με την εγγύηση «............»). Επίσης, πρότεινε επαναδιαπραγμάτευση των οικονομικών όρων των δανείων (λ.χ. μείωση του επιτοκίου του αλληλόχρεου λογαριασμού, επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής), ώστε να γίνουν βιώσιμα και να μπορεί να ανταπεξέλθει η πιστούχος υπό τις νέες οικονομικές συνθήκες, και ζητούσε από την πιστοδότρια τράπεζα να της υποδείξει η ίδια, διά των έμπειρων υπαλλήλων της, πιθανές λύσεις που θα γινόταν αποδεκτές και από την ίδια (πιστοδότρια). Η καθ’ ης δεν ανταποκρίθηκε στις αγωνιώδεις προσπάθειες της αιτούσας, αντιθέτως, είτε δεν απαντούσε στις επιστολές της, είτε απαντούσε με έγγραφα απλής ενημέρωσης του ύψους των ληξιπρόθεσμων οφειλών ... Τελικά, η καθ’ ης κατήγγειλε τη σύμβαση κι έκλεισε οριστικά το λογαριασμό του ένδικου δανείου ... Κατόπιν δε αίτησής της εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. .../2015 διαταγή πληρωμής ... Κατόπιν όλων των προαναφερόμενων, η καταγγελία της ένδικης δανειακής σύμβασης και η συνακόλουθη έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, πιθανολογείται ότι έγιναν καταχρηστικά εκ μέρους της καθ’ ης τράπεζας διότι… η ενάσκηση των δικαιωμάτων της τράπεζας έναντι της πιστούχου και των εγγυητών αυτής πρέπει να διέπεται από τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών  ... Η πιστούχος εταιρία … αντιμετώπιζε ταμειακές δυσκολίες και προσπαθούσε να ανταπεξέλθει οικονομικά στο ιδιαίτερα δυσμενές και πασίδηλα επαχθές οικονομικό περιβάλλον που προκάλεσε η γενικότερη οικονομική κρίση της χώρας, προκειμένου να συνεχίσει να λειτουργεί και να έχει παραγωγική δραστηριότητα. Πλην όμως, η καθ’ ης … κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση μονομερώς, αν και είχε την υποχρέωση να ανεχθεί απόκλιση από τα συμφωνηθέντα και εύλογη καθυστέρηση, κυρίως ενόψει του ότι η αξίωση εκτέλεσης της παροχής ήταν φανερό ότι θα επιφέρει δυσανάλογα οικονομικά προβλήματα στους οφειλέτες της, ενώ αν δεν γινόταν η καταγγελία, πιθανολογείται ότι, στα πλαίσια της σύμβασης και εάν η καθ’ ης εφάρμοζε μία πιο διαλλακτική τακτική, θα εξοφλούνταν τμηματικά το υπόλοιπο ή έστω ένα μεγάλο μέρος του με την επιβίωση της επιχείρησης στο πλαίσιο της γενικότερα επιχειρούμενης ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας, λαμβανομένου υπόψη και ότι η απαίτηση της καθ’ ης, όπως πιθανολογήθηκε, είναι εν μέρει τουλάχιστον διασφαλισμένη με δεσμευμένες προσωπικές καταθέσεις των εγγυητών, που δεν κατέπεσαν και δεν αναλώθηκαν».

Δ. Ο Κώδικας Δεοντολογίας Τραπεζών: μια ρυθμισμένη διαδικασία αναδιαπραγμάτευσης;

Στις Γενικές Αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών (για περισσότερα σχετικά με την εφαρμογή του ΚΔΤ βλ. εδώ και εδώ), ρητά προβλέπεται ότι «Με τον Κώδικα θεσπίζονται οι γενικές αρχές συμπεριφοράς και υιοθετούνται βέλτιστες πρακτικές, οι οποίες έχουν ως στόχο την ενίσχυση του κλίματος εμπιστοσύνης, την αμοιβαία δέσμευση και την ανταλλαγή μεταξύ δανειολήπτη και ιδρύματος της αναγκαίας πληροφόρησης, προκειμένου κάθε πλευρά να είναι σε θέση να σταθμίσει τα οφέλη ή τις συνέπειες εναλλακτικών λύσεων εξυπηρέτησης (λύσεις ρύθμισης) ή οριστικού διακανονισμού (λύσεις οριστικής διευθέτησης) των δανείων σε καθυστέρηση με τελικό σκοπό την επιλογή της καταλληλότερης λύσης κατόπιν της ανά περίπτωση αξιολόγησης». 

Ο ΚΔΤ καθιερώνει την τήρηση της Διαδικασίας Επίλυσης Καθυστερήσεων (ΔΕΚ), η οποία αποτελείται από περισσότερα στάδια, που στόχο έχουν την εξεύρεση της κατάλληλης λύσης για τη ρύθμιση ή την οριστική διευθέτηση της καθυστερούμενης οφειλής. Κατά τα στάδια αυτά, ο Κώδικας επιβάλλει συγκεκριμένες υποχρεώσεις σε βάρος του πιστωτικού ιδρύματος, προκειμένου να εξαντληθεί η δυνατότητα ρύθμισης της οφειλής, πριν το τελευταίο προβεί σε καταγγελία της σύμβασης, με ανυπολόγιστες, συχνά, συνέπειες για τη βιωσιμότητα του δανειολήπτη. 

Στο πλαίσιο αυτό, γίνεται ορθά δεκτό ότι οι ρυθμίσεις του Κώδικα, στο μέτρο που ορίζουν τη συμπεριφορά που οφείλει να επιδεικνύει τόσο το πιστωτικό ίδρυμα όσο και ο δανειολήπτης κατά την εφαρμογή των σταδίων της ΔΕΚ, αποτελούν συγκεκριμενοποίηση των επιταγών της καλής πίστης της ΑΚ 288, προσδιορίζοντας, τελικά, το ειδικότερο περιεχόμενο της υποχρέωσης αναδιαπραγμάτευσης. Κατά τη συναφή διατύπωση της νομολογίας, «ο Κώδικας εξειδικεύει τις σχετικές με την καταγγελία υποχρεώσεις που απορρέουν από την αντικειμενική (συναλλακτική) καλή πίστη κατά το στάδιο που προηγείται της άσκησης του δικαιώματος καταγγελίας (ΑΚ 281), όπως το περιεχόμενο της συναλλακτικής καλής πίστης διαμορφώθηκε ειδικότερα στο χώρο των πιστωτικών συναλλαγών υπό τη σοβούσα οικονομική κρίση που οδήγησε στην αλματώδη αύξηση του αριθμού των καθυστερούμενων οφειλών. Επομένως, σε περίπτωση καθυστέρησης δανειολήπτη να καταβάλει συγκεκριμένο ποσό σε χρηματοδοτικό ή πιστωτικό ίδρυμα κατά παράβαση των μεταξύ τους συμφωνηθέντων, η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας, χωρίς την προηγούμενη, εν όλω ή εν μέρει, τήρηση της ΔΕΚ του Κώδικα από το ίδρυμα, θα μπορούσε να αποκρουσθεί κατά την ΑΚ 281 ως καταχρηστική, όταν βεβαίως συντρέχουν και οι άλλες προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου αυτού» (ΑΠ 323/2021).

Κατά συνέπεια, η μη τήρηση της υποχρέωσης αναδιαπραγμάτευσης, όπως αυτή συγκεκριμενοποιείται μέσω των ρυθμίσεων του ΚΔΤ, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τον χαρακτηρισμό της εκ μέρους του πιστωτικού ιδρύματος επιχειρούμενης καταγγελίας ως καταχρηστικής ή ακόμη, υπό περιπτώσεις, και τη στοιχειοθέτηση αξίωσης αποζημίωσης.

Ε. Η αναδιαπραγμάτευση ως τρόπος πλήρωσης του κενού που προκύπτει μετά την αναγνώριση της ακυρότητας συμβατικών όρων λόγω καταχρηστικότητας: 

Η πρόσφατη νομολογία φαίνεται να προκρίνει την αναδιαπραγμάτευση, έναντι της δικαστικής επέμβασης και στο ειδικότερο πλαίσιο της αντικατάστασης συμβατικού όρου πιστωτικής σύμβασης, που κρίθηκε άκυρος ως καταχρηστικός. Το Εφετείο Αθηνών, με την υπ’ αριθμ. 3979/2021 απόφασή του, δέχεται ότι, το κενό που ανακύπτει μετά την αναγνώριση της ακυρότητας του συμβατικού όρου περί επιτοκίου, μπορεί να επιχειρηθεί να καλυφθεί μέσω νεότερης σχετικής συμφωνίας των μερών. Κατά τις κρίσιμες σκέψεις της εν λόγω απόφασης: «Ως προς το ζήτημα αυτό το ΔΕΕ διευκρινίζει ότι, σε περίπτωση που η σύμβαση δεν μπορεί να εξακολουθήσει να ισχύει, χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες, αλλά και ο εθνικός δικαστής δεν μπορεί να συμπληρώσει το κενό με εθνική διάταξη ενδοτικού δικαίου, τίποτε δεν εμποδίζει τον εθνικό δικαστή, μεταξύ άλλων, να καλέσει τα μέρη να διαπραγματευθούν, προκειμένου να καθορίσουν τον τρόπο υπολογισμού του επιτοκίου, υπό την προϋπόθεση ότι ο δικαστής θα ορίσει το πλαίσιο των διαπραγματεύσεων και ότι ο σκοπός τους θα είναι η επίτευξη πραγματικής ισορροπίας μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων…». Στη δε υπό κρίση περίπτωση το Εφετείο Αθηνών θεώρησε ότι «…δεν κρίνεται αναγκαίο στον παρόντα χρόνο να κληθούν τα διάδικα μέρη να διαπραγματευθούν, προκειμένου να καθορίσουν τα ίδια τον τρόπο υπολογισμό του επιτοκίου με ορθά κριτήρια, δεδομένου ότι έχει ήδη λάβει χώρα η σχετική διαδικασία, σε χρόνο προγενέστερο της άσκησης της αγωγής, στο πλαίσιο εφαρμογής του Κώδικα Δεοντολογία του Ν. 4224/2013 … και οι αντίστοιχες προσπάθειες απέβησαν άκαρπες». 

Η ως άνω απόφαση απηχεί σχετικές σκέψεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (C-269/19), ενώ σημαντικό είναι το γεγονός ότι, το Εφετείο Αθηνών, όπως και το ΔΕΕ, καλεί τον δικαστή να ορίσει το πλαίσιο των διαπραγματεύσεων, θέτοντας στο επίκεντρο την επίτευξη πραγματικής ισορροπίας μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, προφανώς για λόγους προστασίας του, σε κάθε περίπτωση, διαπραγματευτικά ασθενέστερου έναντι του πιστωτικού ιδρύματος δανειολήπτη. 

Στ. Συμπέρασμα: 

Η αναδιαπραγμάτευση δίνει στα μέρη μιας πιστωτικής σύμβασης την δυνατότητα να διατηρήσουν εν ισχύ τη μεταξύ τους σχέση. Η αναγνώριση της ύπαρξης υποχρέωσης αναδιαπραγμάτευσης –και όχι απλής δυνατότητας–, αποτελεί τον τρόπο θωράκισης του οφειλέτη, που έρχεται αντιμέτωπος με μια πρακτική αδυναμία εκπλήρωσης των υποχρεώσεών του, έναντι μονομερών αιφνιδιαστικών ενεργειών που αποσκοπούν σε μια μάλλον πρόωρη ικανοποίηση της απαίτησης του πιστωτικού ιδρύματος. Στο πλαίσιο αυτό δεν πρέπει, μάλιστα, να παραγνωριστεί ότι σε κάθε περίπτωση, παρά την όποια διαπραγματευτική ανισομέρεια μπορεί να υφίσταται μεταξύ τράπεζας και δανειολήπτη (για την οποία, πάντως, ο νομοθέτης έχει μεριμνήσει κατά τρόπο ειδικό – βλ. ν. 2251/1994 για την προστασία του καταναλωτή), τα μέρη είναι εκείνα που γνωρίζουν καλύτερα από τον καθένα τις συμβατικές τους ανάγκες και δυνατότητες και, άρα, εκείνα που μπορούν να αναπροσαρμόσουν τη σχέση τους κατά τον πιο αποτελεσματικό και βιώσιμο τρόπο. 



Διαβάστε περισσότερα
 
back to top