Δημοσιεύτηκε
πρόσφατα η υπ’ αριθ. 4/2026 απόφαση
του Αρείου Πάγου (Τμήμα Α3’ - ως Συμβούλιο), δυνάμει της οποίας διατάχθηκε η
αναστολή της εκτέλεσης τελεσίδικης δικαστικής απόφασης που υποχρέωνε εντολέα μας
- επιχείρηση στην καταβολή χρηματικού ποσού στην αντίδικο.
Σύμφωνα με
το άρθρο 565 ΚΠολΔ η προθεσμία της αναίρεσης, καθώς και η άσκησή της, δεν
αναστέλλει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης (με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως) απόφασης. Επισημαίνεται
ότι οι τελεσίδικες καταψηφιστικές αποφάσεις που εκδίδονται από τα δευτεροβάθμια
δικαστήρια αποτελούν εκτελεστό τίτλο (άρθρο 904 ΚΠολΔ) και ο νικών διάδικος
δύναται να επιδιώξει την ικανοποίηση της απαιτήσεώς του μέσω της διαδικασίας
αναγκαστικής εκτελέσεως.
Αν, ωστόσο,
από την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης πιθανολογείται κίνδυνος βλάβης,
της οποίας η αποκατάσταση δεν είναι εύκολη, μπορεί να διαταχθεί με αίτηση διαδίκου
η ολική ή εν μέρει αναστολή της εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης με τον
όρο παροχής ανάλογης εγγύησης ή και χωρίς εγγύηση ή να εξαρτηθεί η εκτέλεση της
απόφασης από την παροχή εγγύησης από το διάδικο που έχει νικήσει.
Στην
προκείμενη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο υπέπεσε σε σημαντικές πλημμέλειες
και για τον λόγο αυτό προβήκαμε άμεσα στην άσκηση του ενδίκου μέσου της αίτησης
αναίρεσης επιδιώκοντας την ανατροπή της τελεσίδικης απόφασης και παράλληλα και
σε αίτηση αναστολής εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, με επίκληση επικείμενου
κινδύνου ανεπανόρθωτης βλάβης μη δυνάμενου να αποτραπεί διαφορετικά και κατά
πιθανολόγηση της βασιμότητας της ασκηθείσας αίτησης αναιρέσεως. Η εκτέλεση
της τελεσίδικης απόφασης πρακτικά θα οδηγούσε στην πλήρη και οριστική διακοπή
της επιχειρηματικής δραστηριότητας της αιτούσας.
Αναλυτικότερα,
το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που
προσκομίστηκαν το πρώτον ενώπιόν του, επικαλούμενο τη διάταξη του άρθρου 529
παρ. 2 ΚΠολΔ («Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα
αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σ' αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την
κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση
στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια»), κρίνοντας ότι δεν προσκομίστηκαν στον
πρώτο βαθμό, ενώ προϋπήρχαν, από βαρειά αμέλεια της διαδίκου. Πλην όμως, τα
συγκεκριμένα έγγραφα απεδείκνυαν αμέσως τον ισχυρισμό μας για εξόφληση της
απαίτησης μέσω συμψηφισμού, που προτάθηκε παραδεκτά το πρώτον ενώπιον του
εφετείου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 527 παρ. 6 ΚΠολΔ («Είναι
απαράδεκτη η προβολή στην κατ’ έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν
προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική
ομολογία του αντιδίκου»). Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ενώ ορθώς εδέχθη
ότι επρόκειτο για νέο ισχυρισμό που μπορεί να προταθεί παραδεκτώς στο εφετείο
εφόσον αποδεικνύεται εγγράφως, εντούτοις δεν έλαβε υπόψη τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά
μέσα που τον στηρίζουν με την επίκληση της εξαίρεσης του άρθρου 529 παρ. 2
ΚΠολΔ. Η σοβαρότατη πλημμέλεια της απόφασης έγκειται στο γεγονός ότι στην
περίπτωση των ισχυρισμών (όπως η ένσταση εξόφλησης δια συμψηφισμού) που αποδεικνύονται
εγγράφως και προβάλλονται ως νέοι ισχυρισμοί στο εφετείο με την επίκληση του
άρθρου 527 αριθ. 6 ΚΠολΔ, τίθεται εκ ποδών η διάταξη του 529 παρ. 2
ΚΠολΔ, διότι κατά πάγια άποψη σε θεωρία και νομολογία τα έγγραφα που στηρίζουν νέο
ισχυρισμό του άρθρου 527 ΚΠολΔ και αποδεικνύουν άμεσα την εξόφληση, λαμβάνονται
υπόψη υποχρεωτικά και δεν μπορούν να αποκρουστούν από το εφετείο, χωρίς το
τελευταίο να μπορεί να εξετάσει αν τα έγγραφα αυτά προϋπήρχαν ή δεν
προσκομίστηκαν από βαρειά αμέλεια του διαδίκου. Η μη λήψη υπόψη των
επίμαχων εγγράφων οδήγησε κατ’ επέκταση στην απόρριψη του ισχυρισμού μας για απόσβεση
της απαίτησης.
Μετά την
άσκηση της αναίρεσης, το αρμόδιο τμήμα του Αρείου Πάγου αρχικώς χορήγησε
προσωρινή διαταγή, με την οποία ανέστειλε την εκτέλεση της τελεσίδικης απόφασης
μέχρι την έκδοση απόφασης επί της αίτησης αναστολής εκτέλεσης, και στη συνέχεια,
κατόπιν εκδίκασης της αιτήσεώς μας, εξεδόθη η ως άνω αναφερόμενη απόφαση με την
οποία ανεστάλη η εκτέλεση της προσβαλλόμενης τελεσίδικης απόφασης, χωρίς
παροχή εγγύησης από την πλευρά της αιτούσας, και μέχρι τη συζήτηση της
ασκηθείσας αιτήσεως αναίρεσης.
Ειδικότερα,
το Δικαστήριο σταθμίζοντας ορθώς τον επικείμενο κίνδυνο βάσει και του
αποδεικτικού υλικού που προσκομίσαμε κατέληξε ότι: «Από τα ως άνω
αποδεικτικά μέσα πιθανολογήθηκε ότι από την εκτέλεση με βάση την προσβαλλόμενη
απόφαση θα προκύψει κίνδυνος βλάβης για την αιτούσα, η αποκατάσταση της οποίας
δεν θα είναι ευχερής. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση…».