1. Λυκαβηττού 2, Κολωνάκι
2. Ακαδημίας 28, Κολωνάκι
210 36 41 214 - 210 36 46 874
   EN

main image

Η Σώρευση Προστασίας στο Παράδειγμα των Βιομηχανικών Σχεδίων και των Έργων Εφαρμοσμένης Τέχνης

προστασία βιομηχανικού σχεδίου

Legal Insight

Μάιος 2023

Θανάσης Ιωάννου, ΜΔΕ

Περίληψη: Η σώρευση προστασίας, δηλαδή η αναγνώριση και η παροχή προστασίας βάσει περισσότερων του ενός νομοθετημάτων, στο παράδειγμα των βιομηχανικών σχεδίων και των έργων εφαρμοσμένης τέχνης: πώς μπορεί κανείς να διεκδικήσει προστασία για το σχέδιο ενός κοσμήματος/τσάντας/επίπλου κτλ. για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τη διάρκεια του βίου του και μάλιστα κατά 70 έτη;

Η  σώρευση προστασίας, δηλαδή η αναγνώριση και η παροχή προστασίας σε κάποιο άυλο αγαθό (βιομηχανικό σχέδιο, σήμα, ευρεσιτεχνία) βάσει περισσσότερων του ενός νομοθετημάτων  αποτελεί ένα από τα πλέον ακανθώδη ζητήματα του δικαίου της διανοητικής ιδιοκτησίας. Οι προϋποθέσεις και όροι προστασίας των επιμέρους δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας διαφέρουν και εξυπηρετούν διαφορετικούς σκοπούς. Το άρθρο 30 το προεδρικού διατάγματος για τα βιομηχανικά σχέδια επιτρέπει τη σωρευτική προστασία των τελευταίων και με το δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας, εφόσον πληρούται η προϋπόθεση της πρωτοτυπίας. Η νομολογία τηρεί επιφυλακτική στάση απέναντι στη σώρευση προστασίας ενόψει των προβλημάτων που δημιουργεί στον ανταγωνισμό, αλλά και της ποιοτικής διαφοροποίησης των έργων εφαρμοσμένης τέχνης έναντι των βιομηχανικών σχεδίων. Δεν χωρεί, βέβαια, η παραμικρή αμφιβολία ότι η δυνατότητα προστασίας λ.χ. ενός σχεδίου επίπλου, ρούχου, τσάντας για χρονικό διάστημα που καλύπτει όλη τη διάρκεια ζωής του δημιουργού και 70 χρόνια μετά από αυτόν παρίσταται ως ιδιαίτερα δελεαστική για όσους σχεδιάζουν και διαθέτουν σε μαζική κλίμακα στην αγορά τέτοιου είδους προϊόντα. Ίσως αυτό να αποτελούσε και ένα ισχυρό κίνητρο για τη βελτίωση της ποιότητας και των εν γένει χαρακτηριστικών των προϊόντων τους. Αυτή, όμως, είναι μια όψη του νομίσματος, καθότι πρέπει να λάβουμε υπόψη και την ελευθερία του ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρηματιών, η οποία σαφέστατα υπονομεύεται από τη δημιουργία νομικών μονοπωλίων με τόσο μεγάλη χρονική διάρκεια.

1. Εισαγωγή

Το δίκαιο της διανοητικής ιδιοκτησίας, ένας από τους σημαντικότερους υποκλάδους του εμπορικού δικαίου, αποτελεί επί της ουσίας ένα πλέγμα ειδικότερων νομοθετημάτων μέσω των οποίων παρέχεται προστασία στα επιμέρους νομοθετικά αναγνωρισμένα και κατοχυρωμένα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας. Ειδικότερα, το δίκαιο της διανοητικής ιδιοκτησίας περικλείει το δίκαιο των σημάτων, το δίκαιο της ευρεσιτεχνίας, το δίκαιο των βιομηχανικών σχεδίων και υποδειγμάτων, καθώς και το δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας. Ιδιαίτερη μνεία, συναφώς, χρήζει και στο δίκαιο του αθέμιτου ανταγωνισμού, το οποίο εφαρμόζεται είτε συμπληρωματικά προς τα ως άνω νομοθετήματα καλύπτοντας τυχόν κενά τους είτε και πλήρως και αποκλειστικά όταν κάποιος ανταγωνιστής δεν έχει κατοχυρώσει το προϊόν της διανοίας του ακολουθώντας την οικεία διοικητικής φύσης διαδικασία είτε λόγω συνειδητής επιλογής ή παράλειψης είτε λόγω μη πλήρωσης των προϋποθέσεων του νόμου για την απονομή του οικείου δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας. Κοινός παρονομαστής όλων των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας παρά τις επιμέρους διαφορές τους όσον αφορά τις προϋποθέσεις και τη διάρκεια προστασίας τους είναι ότι πρόκειται για δικαιώματα επί άυλων αγαθών, δηλαδή για δικαιώματα πάνω σε μη απτά προϊόντα της ανθρώπινης επινοητικότητας και δημιουργικότητας, τα οποία συνήθως ενσωματώνονται σε ή συνδέονται με  προϊόντα που παράγονται και διατίθενται σε ευρεία κλίμακα στην αγορά. Ένα βασικό ζήτημα που γεννά προβληματισμούς στους κόλπους του δικαίου της διανοητικής ιδιοκτησίας είναι αυτό της αλληλεπικάλυψης του καθ’ ύλην πεδίου προστασίας διαφορετικών δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας και κατ’ επέκτασιν της σώρευσης προστασίας με βάση περισσότερα του ενός νομοθετήματα. Αντικείμενο του παρόντος ενημερωτικού σημειώματος   αποτελεί η διερεύνηση της δυνατότητας σωρευτικής προστασίας των βιομηχανικών σχεδίων και υποδειγμάτων και με τις διατάξεις του νόμου περί πνευματικής ιδιοκτησίας, καθώς και η επισήμανση των μειονεκτημάτων που αυτή συνεπάγεται για τον ανταγωνισμό.

2. Κρίσιμες νομοθετικές διατάξεις και ορισμοί

Σύμφωνα με το άρθρο 2 του νόμου περί πνευματικής ιδιοκτησίας ως πνευματικό έργο χαρακτηρίζεται κάθε πρωτότυπο πνευματικό δημιούργημα λόγου, τέχνης ή επιστήμης. Ως τέτοια δε λογίζονται και τα έργα εφαρμοσμένων τεχνών, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις για τον χαρακτηρισμό τους ως έργων και ιδίως την προϋπόθεση της πρωτοτυπίας. Η ειδική αναφορά μας, δε, στα έργα εφαρμοσμένων τεχνών δεν είναι τυχαία, καθώς αυτά αποτελούν το σημείο δυνητικής σύγκλισης δικαίου πνευματικής ιδιοκτησίας και δικαίου βιομηχανικών σχεδίων. Πρόκειται για έργα, τα οποία λόγω του χρηστικού τους χαρακτήρα και της δυνατότητας εμπορικής αξιοποίησής τους, φαίνεται εκ πρώτης όψεως να μη συμβιβάζονται με την έννοια του πνευματικού έργου. Παραδείγματα έργων εφαρμοσμένων τεχνών αποτελούν λ.χ. έπιπλα, ρούχα, τσάντες και εν γένει είδη μόδας, δηλαδή αντικείμενα που εξυπηρετούν μεταξύ άλλων πρακτικές ανάγκες της καθημερινότητάς μας. Ο λόγος, δε, που τα έργα εφαρμοσμένων βρίσκονται στο μεταίχμιο μεταξύ πνευματικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας ανάγεται στην προϋπόθεση της πνευματικότητας, την οποία πρέπει να πληροί ένα δημιούργημα για να μπορεί να χαρακτηριστεί ως πνευματικό έργο. Η έννοια της πνευματικότητας δεν είναι τίποτα άλλο παρά η αυτοτέλεια ενός έργου  έναντι οιουδήποτε τεχνικού ή χρηστικού αποτελέσματος τυχόν επιτυγχάνεται μέσω αυτού. Το πνευματικό έργο, δηλαδή, ως εκδήλωση της προσωπικότητας του δημιουργού του αποτελεί αυτοσκοπό. Αυτό σημαίνει ότι λ.χ. μια καρέκλα προκειμένου να αποτελέσει έργο εφαρμοσμένης τέχνης και να τύχει της αυξημένης προστασίας του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας, θα πρέπει αυτοτελώς κρινόμενη να θεωρηθεί πρωτότυπο δημιούργημα που αντανακλά την ιδιαιτερότητα της προσωπικότητας του σχεδιαστή ανεξάρτητα από το αν είναι λ.χ. εργονομική ή άνετη για τον χρήστη της. 

Όσον αφορά τα βιομηχανικά σχέδια (δισδιάστατες δημιουργίες) και υποδείγματα (τρισδιάστατες δημιουργίες) σε εθνικό επίπεδο νομοθετικό πλαίσιο προστασίας τους θεσπίστηκε για πρώτη φορά του 1996. Συγκεκριμένα, ο νόμος 2417/1996 περιείχε νομοθετική εξουσιοδότηση για την έκδοση προεδρικού διατάγματος που θα ρύθμιζε τις λεπτομέρειες εφαρμογής του, στο πλαίσιο της οποίας θεσπίστηκε το προεδρικό διάταγμα 259/1997. Το εν λόγω προεδρικό διάταγμα αποτελεί το ισχύον στην Ελλάδα νομοθετικό πλαίσιο για την προστασία των βιομηχανικών σχεδίων και υποδειγμάτων. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του ως άνω διατάγματος ως  βιομηχανικό σχέδιο ή υπόδειγμα νοείται «η εξωτερικά ορατή εικόνα του συνόλου ή μέρους ενός προϊόντος, η οποία προκύπτει από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που έχει, ιδίως, η γραμμή, το περίγραμμα, το χρώμα, το σχήμα, η μορφή και/ή τα υλικά του ίδιου του προϊόντος και/ή της διακόσμησης που φέρει». Αντιλαμβάνεται, λοιπόν, εύκολα κανείς ότι τα βιομηχανικά σχέδια και υποδείγματα είναι δημιουργίες αισθητικού χαρακτήρα που βελτιώνουν την εξωτερική εμφάνιση προϊόντων καθιστώντας τα πιο ελκυστικά για τον καταναλωτή. Εν ολίγοις, ο σκοπός τους έγκειται στη βελτίωση της εμπορευσιμότητας των προϊόντων στα οποία ενσωματώνονται. Για να γίνει αυτό καλύτερα αντιληπτό, αξίζει να αναφερθούμε στο παράδειγμα μιας ηλεκτρικής σκούπας που διαθέτει έναν ιδιαίτερο σχεδιασμό που δεν σχετίζεται με τις τεχνικές λειτουργίες της και τη διαφοροποιεί από όλα τα ανταγωνιστικά μοντέλα ηλεκτρικής σκούπας.

3. Προϋποθέσεις προστασίας

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 30 του ως άνω π.δ. τα βιομηχανικά σχέδια και υποδείγματα μπορεί να προστατεύονται και με δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας, εφόσον είναι πρωτότυπα. Το εν λόγω άρθρο καθιερώνει το σύστημα της λεγόμενης «μερικώς σωρευτικής προστασίας» ή «προστασίας υπό όρους». Συνέπεια της εφαρμογής του συστήματος αυτού είναι ότι καταρχήν ισχύει το σύστημα της τυπικής προτεραιότητας, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του π.δ. και σωρευτικά, ασχέτως αν υπάρχει καταχώριση ή όχι, η προστασία του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας, εφόσον συντρέχει το στοιχείο της πρωτοτυπίας. Επομένως, τα έργα εφαρμοσμένων τεχνών εν γένει και τα βιομηχανικά σχέδια ειδικότερα δεν αποκλείονται εκ προοιμίου της προστασίας του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας λόγω του χρηστικού τους χαρακτήρα και της εμπορευσιμότητάς, εφόσον κριθούν παράλληλα και ως πρωτότυπα δημιουργήματα. Άρα, με απλά λόγια, ένα ιδιαίτερο κόσμημα/τσάντα κοκ μπορεί υπό προϋποθέσεις να τύχει προστασίας και των δύο νομοθετικών πλαισίων παράλληλα με αποτέλεσμα να καθίσταται πιο αποτελεσματική η περιφρούρησή του. Το κρίσιμο στοιχείο, επομένως, είναι η ελευθερία σχεδιασμού του δημιουργού του βιομηχανικού σχεδίου , δηλαδή η διαμόρφωση ενός βιομηχανικού σχεδίου να μην υπαγορεύεται αποκλειστικά από τεχνικές παραμέτρους και επιδιώξεις, αλλά να συνδέεται άρρηκτα με τις δημιουργικές πτυχές της προσωπικότητας του σχεδιαστή του.

Η πρωτοτυπία αποτελεί αόριστη νομική έννοια, με την εξειδίκευση της οποίας είναι κατά κύριο λόγο επιφορτισμένη η νομολογία. Η εθνική νομολογία αξιολογεί την πρωτοτυπία επί τη βάσει δύο εναλλακτικών κριτηρίων, αυτών του δημιουργικού ύψους και της στατιστικής μοναδικότητας αντίστοιχα. Κατά το πρώτο κριτήριο, το έργο για να θεωρηθεί πρωτότυπο πρέπει να παρουσιάζει μια ατομική ιδιομορφία ή ένα ελάχιστο όριο δημιουργικού ύψους, έτσι ώστε να ξεχωρίζει και να διαφοροποιείται από τα έργα της καθημερινότητας ή άλλα παρεμφερή γνωστά έργα. Κατά το δεύτερο εναλλακτικό κριτήριο, ένα έργο θεωρείται πρωτότυπο εάν είναι στατιστικά μοναδικό, δηλαδή όταν κανείς άλλος με τον ίδιο στόχο και κάτω από τις ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες δεν θα μπορούσε κατά λογική πιθανολόγηση να φτάσει στο ίδιο δημιουργικό αποτέλεσμα. Η νομολογία των Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει διαπλάσει ένα πιο ελαστικό κριτήριο για τη διάγνωση της πρωτοτυπίας ενός έργου, καθώς αρκείται στο να αποτελεί αυτό προσωπικό πνευματικό δημιούργημα του δημιουργού του. Η δεξιότητα και ο ουσιώδης κόπος κατά την εκπόνηση του έργου στερούνται νομικής σημασίας, ενώ κρίσιμη είναι η διαπίστωση ότι ο δημιουργός προέβη σε ελεύθερες και δημιουργικές επιλογές και ότι το έργο φέρει την προσωπική του σφραγίδα. Ωστόσο, το κριτήριο αυτό δεν έχει υιοθετηθεί ακόμη από την εγχώρια νομολογία.

Στο πλαίσιο του δικαίου των βιομηχανικών σχεδίων η σχετική νομοθετική προστασία παρέχεται υπό την προϋπόθεση της συνδρομής των ουσιαστικών προϋποθέσεων του νέου και του ατομικού χαρακτήρα. Σημειωτέον ότι η συνδρομή αυτών των προϋποθέσεων ελέγχεται μόνο κατασταλτικά στο πλαίσιο ανταγωγής ακυρότητας ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων ή αίτησης ακυρότητας που υποβάλλεται στον Οργανισμό Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας προκειμένου περί εθνικών βιομηχανικών σχεδίων, καθώς οι αιτήσεις καταχώρισης βιομηχανικών σχεδίων υπόκεινται μόνο σε έναν περιορισμένο τυπικό έλεγχο. Νέο θεωρείται ένα βιομηχανικό σχέδιο, εφόσον κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης για την καταχώρισή του  δεν έχει διατεθεί άλλο πανομοιότυπο σχέδιο στην αγορά. Ο ατομικός χαρακτήρας,  που πρέπει να συντρέχει σωρευτικά με το στοιχείο του νέου και αποτελεί ένα λίγο πιο αυστηρό και σύνθετο κριτήριο, καταφάσκεται όταν η συνολική εντύπωση που προκαλεί το υπό καταχώριση σχέδιο στον ενημερωμένο χρήστη διαφέρει από εκείνη που προκαλείται στον ίδιο χρήστη από οποιοδήποτε άλλο σχέδιο, το οποίο έχει καταστεί προσιτό στο κοινό πριν από την ημερομηνία κατάθεση της αίτησης.

Εντούτοις, η νομολογία σε πολλές αποφάσεις συγχέει τις έννοιες της «πρωτοτυπίας» αφενός και του «νέου» και του «ατομικού χαρακτήρα» αφετέρου κρίνοντας τις ενιαία και με τα ίδια κριτήρια. Αυτή, όμως, η νομολογιακή τάση δυσχεραίνει τη διάκριση μεταξύ βιομηχανικών σχεδίων και έργων εφαρμοσμένων τεχνών και καταλήγει σε μια αδικαιολόγητη παράλληλη εφαρμογή των δύο αυτών νομοθετημάτων.

4. Νομολογιακά παραδείγματα εσφαλμένης ερμηνείας των εννοιών της «πρωτοτυπίας» αφενός και του «νέου» και του «ατομικού χαρακτήρα» αφετέρου.

Το Εφετείο Αθηνών στην υπ’ αριθμ. 5863/2008 απόφασή του έκρινε ότι «[…]Για την κατασκευή του εν λόγω σχεδίου και κοσμήματος (καρφίτσα σε σχήμα λιβελλούλας) απαιτούνται πολλές δεκάδες ώρες λίαν λεπτής εργασίας και μεγάλης προσπάθειας και δη κατά στάδια κατασκευής. Με τον τρόπο αυτό δημιουργείται η μοναδική αισθητική εμφάνιση αυτού κατά την επιθυμία και στοχασμό του κατασκευαστή του. Έτσι, το ως άνω σχέδιο και κόσμημα, λόγω της λεπτής αισθητικής και διαμόρφωσης κατά τη σύλληψή του ως έργου, διακρίνεται για την πρωτοτυπία του και τοιουτοτρόπως καθίσταται πνευματικό έργο δεκτικό εντεύθεν έννομης προστασίας. Πλέον το έργο τούτο είναι υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα νέο και με ατομικό χαρακτήρα προστατευόμενο επίσης σωρευτικώς και εν μέρει και από την νομοθεσία περί βιομηχανικών σχεδίων». Στην προκειμένη απόφαση,  το Εφετείο Αθηνών πέραν του ότι ανήγαγε τον κόπο και την πολύωρη εργασία που απαιτήθηκαν για τη δημιουργία του σχεδίου σε κριτήριο πρωτοτυπίας, υπέπεσε και σε μια ακόμη πλημμέλεια, καθώς διαπίστωσε ενιαία και επί τη βάσει των ίδιων ακριβώς στοιχείων και νομικών επιχειρημάτων την πρωτοτυπία, το νέο και τον ατομικό χαρακτήρα του σχεδίου κρίνοντας ότι αυτό τυγχάνει σωρευτικής προστασίας βάσει του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας και του δικαίου των βιομηχανικών σχεδίων.

Στην υπ’ αριθμ. 6489/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προκειμένου περί σχεδίων κύβων, συρταριέρων, κυψελών και κουτιών, κρίθηκε ότι τα σχέδια αυτά δεν ήταν «νέα» και δεν είχαν «ατομικό χαρακτήρα» από τη στιγμή που όμοια αντικείμενα κυκλοφορούσαν στην αγορά και ότι, ως εκ τούτου, δεν μπορούσαν να προστατευθούν ως πνευματικά δημιουργήματα. Και σε αυτήν  την περίπτωση εσφαλμένως ταυτίστηκε η έννοια της πρωτοτυπίας του δικαίου του πνευματικής ιδιοκτησίας με τις έννοιες του «νέου» και του «ατομικού χαρακτήρα» στο πεδίο των βιομηχανικών σχεδίων.

Άλλη μια περίπτωση σύγχυσης κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω αόριστων νομικών εννοιών συναντά κανείς στην υπ’ αριθμ. 4091/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όπου έγινε δεκτό ότι «[…]Στην προκειμένη περίπτωση, δεν μπορεί να γίνει λόγος για στατιστική μοναδικότητα, καθόσον τα γνωρίσματα των επίδικων προϊόντων της ενάγουσας, που έχουν και χρηστικό αντικείμενο, ως προς το θέμα, τη σύλληψη, την κατάταξη, την εμφάνιση και το όλο σχήμα, συναντώνται με επουσιώδεις παραλλαγές, σε προϋπάρχοντα και κυκλοφορούντα κατά τα τελευταία χρόνια δημιουργήματα άλλων κατασκευαστών, έτσι, ώστε να μη διακρίνονται από αυτά και να μην αποτελούν ξεχωριστά έργα άξια προστασίας[…]». Εν προκειμένω, το Εφετείο εξίσωσε το στοιχείο της πρωτοτυπίας με αυτό του νέου κρίνοντας ότι η έλλειψη του στοιχείου του νέου αναιρεί την πρωτοτυπία.

Την προπεριγραφείσα νομική ανακολουθία ως προς την ερμηνεία της αόριστης νομικής έννοιας της «πρωτοτυπίας» επαναλαμβάνει και η πολύ πρόσφατη υπ’ αριθμ. 2280/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκρινε ότι «[…] η πρωτοτυπία είναι αποτέλεσμα της προσωπικής συμβολής του δημιουργού, χάρη στην οποία το έργο παρουσιάζει μια ιδιαίτερη ατομικότητα, έτσι ώστε να διακρίνεται από προϊόντα της ανθρώπινης καθημερινότητας. Η ατομικότητα πολλές φορές βασίζεται στην έννοια της «στατιστικής μοναδικότητας» που προϋποθέτει σύγκριση του έργου με αυτό που προϋπάρχει ή με αυτό που θα μπορούσε να υπάρχει. Σε άλλες περιπτώσεις γίνεται αναφορά στο στοιχείο του δημιουργικού ύφους, κατ’ αναλογία του εφευρετικού ύφους της ευρεσιτεχνίας. Έχει δε γίνει δεκτό στη νομολογία ότι το έργο πρέπει να παρουσιάζει ατομική ιδιομορφία ή άλλως από το κάποιο ελάχιστο όριο δημιουργικού ύφους με κάποια απόσταση από τα ήδη γνωστά και αυτονόητα έργα. Ωστόσο το εν λόγω σχέδιο που απαντάται στο κόσμημα (κολιέ) που διατέθηκε από την επιχείρηση του πρώτου των αιτούντων δεν πιθανολογήθηκε ότι παρουσιάζει πρωτοτυπία, δοθέντος ότι αποτελεί απλώς έναν συνδυασμό τριών ευρέως γνωστών συμβόλων, ήτοι συνδυάζει το μάτι της πρόνοιας, το σχήμα της καρδιάς και τις 16 ακτίνες γύρω από το μάτι που παραπέμπουν στον «ήλιο της Βεργίνας». Τα τρία αυτά σύμβολα χρησιμοποιούνται ανέκαθεν στο χώρο του σχεδιασμού κοσμημάτων και εν γένει της αργυροχρυσοχοΐας και απαντάται σε αναρτήσεις κοσμημάτων διαφόρων σχεδιαστών με παρόμοιο σχέδιο με το επίδικο. Μάλιστα από τις προσκομιζόμενες από μέρους των α’ και β’ των καθ’ ων φωτογραφίες προκύπτει ότι κοσμήματα με παρόμοιο σχέδιο με αυτό του επίδικου κυκλοφορούν […] και διατίθενται προς πώληση στο διαδίκτυο από δύο τουλάχιστον σχεδιαστές, και μάλιστα οι αναρτήσεις των εν λόγω κοσμημάτων τοποθετούνται χρονικά τουλάχιστον από τον Ιούλιο του έτους 2017, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο εκείνου που επικαλείται η δεύτερη αιτούσα ότι δημιούργησε το εν λόγω σχέδιο (Μάρτιο του έτους 2018). Ειδικότερα, η ομοιότητα του σχεδίου της δεύτερης αιτούσας και εκείνου της δεύτερης των καθ’ ων οφείλεται στο γεγονός ότι και τα δύο στηρίζονται στον συνδυασμό της καρδιάς και δυο αρχέτυπων συμβόλων, λόγο για τον οποίο το εν λόγω σχέδιο δεν δύναται να θεωρηθεί ότι παρουσιάζει κατ’ ελάχιστο όριο δημιουργικού ύφους κάποια απόσταση από τα ευρέως γνωστά ως άνω αρχέτυπα σύμβολα […]».

5. Νομολογιακά παραδείγματα ορθής ερμηνείας των εννοιών της «πρωτοτυπίας» αφενός και του «νέου» και του «ατομικού χαρακτήρα» αφετέρου.

Το Εφετείο Αθηνών οριοθέτησε με σαφήνεια και προσέδωσε την ορθή ερμηνεία στις έννοιες του «νέου», του «ατομικού χαρακτήρα» και της «πρωτοτυπίας» στην υπ’ αριθμ. 2398/2008 απόφασή του. Συγκεκριμένα, έκρινε ότι «[…]Λόγω της περιγραφείσας αισθητικής διαμόρφωσής του το σχέδιο αυτό (καρφίτσα με σχήμα λιβελλούλας) και εντεύθεν και το υπόδειγμα του κοσμήματος είναι νέο και πρωτότυπο με ατομικό χαρακτήρα οφειλόμενο στην πνευματική εργασία της ως άνω δημιουργού του, η οποία απέδωσε με τη συγκεκριμένη μορφή το έντομο λιβελλούλα και η όλη εντύπωση, που προκαλείται στον ενημερωμένο χρήστη, το διακρίνει από άλλα υπάρχοντα δημιουργήματα με το ίδιο θέμα και προσδιορίζει την προέλευσή του από τον οίκο της ενάγουσας, γεγονός παγκοσμίως γνωστό, με αποτέλεσμα να ανάγεται σε ξεχωριστό έργο, που είναι άξιο προστασίας κατά τις προεκτεθείσες διατάξεις, τόσο ως πνευματικό δημιούργημα, όσο και ως βιομηχανικό σχέδιο. Τούτο δε καθόσον από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε μεν ότι και προ της καταχωρίσεως του σχεδίου της ενάγουσας, το έτος 1996, είχαν κυκλοφορήσει στην ελληνική αγορά κοσμήματα των οποίων πηγή έμπνευσης ήταν το ομοειδές έντομο λιβελλούλα (ιπτάμενος δράκος) ή άλλα έντομα, από κανένα όμως στοιχείο δεν αποδείχτηκε ότι είχε ποτέ πριν κυκλοφορήσει στην ελληνική αλλά και τη διεθνή αγορά σχέδιο και κόσμημα πανομοιότυπο αυτού της ενάγουσας, ήτοι με τη συγκεκριμένη προπεριγραφείσα απόδοση του εντόμου, αλλά και κατά την δημιουργική συμβολή της δημιουργού του κοσμήματος, η οποία απέδωσε με συγκεκριμένη μορφή τη λιβελλούλα και για τον λόγο αυτό αποτελεί προσωπικό της δημιούργημα[…]».

Αναφορικά με σχέδια ρούχων, το Εφετείο Αθηνών στην υπ’ αριθμ. 4519/2010 απόφασή του δεν δέχθηκε τη συνδρομή πρωτοτυπίας ως προς αυτά με το σκεπτικό ότι «[…]τα συγκεκριμένα τουλάχιστον σχέδια, που κατασκεύασε η δεύτερη ενάγουσα, συγκρινόμενα με άλλα μοντέλα, μεταξύ των οποίων και γνωστών οίκων μόδας του εξωτερικού, δημοσιευμένων σε περιοδικά, που προσκομίζουν οι εναγόμενες, δεν παρουσιάζουν πρωτοτυπία και μοναδικότητα με την έννοια του Ν 2121/1993, δηλ. δεν είναι πρωτότυπες «δημιουργίες μόδας», με διακριτικά γνωρίσματα που να τα καθιστούν «διαφορετικά» από άλλα προηγούμενα, παρεμφερή σχεδιάσματα μόδας, ούτε παρουσιάζουν μια ατομική ιδιομορφία, αφού τέτοιου είδους διακοσμητικά στοιχεία διατίθενται σε εμπορικά καταστήματα και χρησιμοποιούνται ευρέως από σχεδιαστές μόδας, κατά παρεμφερή τρόπο, οι οποίοι πραγματοποιούν διάφορες συνθέσεις, με αισθητικό ή μη αποτέλεσμα[…]». Σε ανάλογου περιεχομένου κρίση κατέληξε και το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης στην υπ’ αριθμ. 3305/2020 απόφασή του σε σχέση με κοσμήματα γάμου και βάπτισης. Ειδικότερα, δέχθηκε ότι «[…] τα ανωτέρω αναφερόμενα δεκαέξι (16) αντικείμενα δεν παρουσιάζουν πρωτοτυπία και μοναδικότητα με την έννοια του ν. 2121/1993, δηλαδή δεν είναι πρωτότυπες «δημιουργίες», με διακριτικά γνωρίσματα που να τις καθιστούν «διαφορετικές» από άλλα προηγούμενα, παρεμφερή σχεδιάσματα χειροποίητων κοσμημάτων βάπτισης-μαρτυρικών, ούτε παρουσιάζουν μια ατομική ιδιομορφία, καθώς η μορφή (εμφάνιση) τους δεν αντανακλά την ιδιαιτερότητα της ανθρώπινης δημιουργικής διαδικασίας[…] Το στοιχείο της ατομικότητας των έργων εφαρμοσμένης δύσκολα αναγνωρίζεται και γι΄αυτό τα περισσότερα από αυτά δεν προστατεύονται, παρά μόνο κατά τις διατάξεις περί αθέμιτου ανταγωνισμού, εφόσον βέβαια συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου. Επίσης, για τα έργα αυτά είναι δυνατή η προστασία τους ως σχέδια ή υποδείγματα υπό την προϋπόθεση του νέου χαρακτήρα τους». Εν ολίγοις, η ως άνω απόφαση δεν έκανε δεκτή τη σώρευση προστασίας ως προς τα εν λόγω κοσμήματα κρίνοντας ότι δεν πληρούσαν την προϋπόθεση της πρωτοτυπίας.

Χαρακτηριστικό νομολογιακό παράδειγμα αποδοχής της κατ’ εξαίρεση σωρευτικής προστασίας βιομηχανικών σχεδίων και με τις διατάξεις του νόμου περί πνευματικής ιδιοκτησίας αποτελεί η υπ’ αριθμ. 281/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιά. Στην προκειμένη περίπτωση, το δικαστήριο δέχθηκε ότι γύψινα διακοσμητικά επιτραπέζια φωτιστικά σε σχήμα εκκλησίας πληρούσαν το στοιχείο της πρωτοτυπίας και άρα μπορούσαν να τύχουν της προστασίας του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας, διότι «[…] ο ενάγων δεν περιορίσθηκε σε απλή αντιγραφή των ως άνω κατασκευών, που υπήρξαν η πηγή της εμπνεύσεώς του, αλλά προέβη στη δημιουργία νέων ξεχωριστών και σαφώς διακρινόμενων ως προς τη μορφή τους έργων, στα οποία έχει αποτυπώσει την προσωπικότητά του και έχει προσδώσει στοιχεία δικής του δημιουργικής εμπνεύσεως αναγόμενα κυρίως στον τρόπο και τις λεπτομέρειες κατασκευής τους, στις διαστάσεις, στη διακόσμηση, στα χρώματα, και στην κατά περίπτωση χρηστικότητα αυτών[…]».

6. Συμπεράσματα

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι τόσο τα έργα εφαρμοσμένων τεχνών όσο και τα βιομηχανικά σχέδια ή υποδείγματα εμφανίζουν αρκετές ομοιότητες, αφενός μεν λόγω του χρηστικού τους χαρακτήρα και του προορισμού τους που έγκειται στην ικανοποίηση καθημερινών αναγκών, αφετέρου δε λόγω των αισθητικών τους στοιχείων. Διαφέρουν, ωστόσο, ως προς τις προϋποθέσεις προστασίας τους. Καταρχάς, τα έργα εφαρμοσμένων τεχνών προστατεύονται αυτοδικαίως χωρίς να απαιτείται η τήρηση διατυπώσεων. Αντιθέτως, το δικαίωμα στο βιομηχανικό σχέδιο αποκτάται δια της υποβολής σχετικής αίτησης και της καταχώρισής του στο οικείο μητρώο. Επίσης, και οι ουσιαστικές προϋποθέσεις προστασίας των ως άνω άυλων αγαθών τελούν μεταξύ τους σε μια σχέση ποιοτικής διαβάθμισης. Η πρωτοτυπία, σύμφωνα και με την προηγηθείσα ανάλυση, στην περίπτωση των έργων εφαρμοσμένης τέχνης μεταφράζεται ως η προσωπική σφραγίδα του δημιουργού τους επ’ αυτών. Στην πνευματική ιδιοκτησία το αντικείμενο προστασίας κατ’ ουσίαν είναι το έργο ως προέκταση της προσωπικότητας του δημιουργού του. Αντίθετα, στο δίκαιο των βιομηχανικών σχεδίων κυριαρχούν διαφορετικές αξιολογήσεις περισσότερο προσανατολισμένες στην εμπορική επιτυχία καταναλωτικών προϊόντων μέσω της αισθητικής αναβάθμισής τους, οι οποίες εκφράζονται μέσα από τις ουσιαστικές προϋποθέσεις του νέου και του ατομικού χαρακτήρα. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο τα βιομηχανικά σχέδια μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να κριθεί ότι διαθέτουν δημιουργικό ύψος ή στατιστική μοναδικότητα. Η καλαίσθητη διαμόρφωση ενός προϊόντος δεν αρκεί για να του προσδώσει πρωτοτυπία, ενώ και μη συνδρομή των στοιχείων του νέου και του ατομικού χαρακτήρα είναι νομικά αδιάφορη από την άποψη της διάγνωσης της πρωτοτυπίας. Ένα βιομηχανικό σχέδιο ενδέχεται, δηλαδή, να προκαλεί διαφορετική συνολική εντύπωση από τα προϋπάρχοντα, αλλά παρόλα αυτά να στερείται δημιουργικού ύψους ή στατιστικής μοναδικότητας, ακριβώς διότι η πρωτοτυπία συνιστά ένα ποιοτικό άλμα σε σχέση με τον ατομικό χαρακτήρα.

Συνοψίζοντας, οι έννοιες του «νέου» και του «ατομικού χαρακτήρα» πρέπει να διακρίνονται σαφώς από την έννοια της «πρωτοτυπίας», καθώς εδράζονται σε διαφορετικές αξιολογήσεις του νομοθέτη και αφορούν διαφορετικά αντικείμενα προστασίας. Η αλληλεπικάλυψη δικαίου πνευματικής ιδιοκτησίας και δικαίου βιομηχανικής ιδιοκτησίας και κατ’ επέκτασιν η σωρευτική εφαρμογή τους, όπως άλλωστε επιτάσσει και το ισχύον  σύστημα της «σώρευσης υπό όρους» ή «μερικώς σωρευτικής προστασίας» πρέπει να αντιμετωπίζεται ως εξαιρετική συνθήκη και να γίνεται δεκτή μόνο όταν πραγματικά συντρέχει το αυστηρό κριτήριο της πρωτοτυπίας («η προσωπική σφραγίδα του δημιουργού») σε σχέση με κάποιο βιομηχανικό σχέδιο και όχι συλλήβδην για κάθε βιομηχανικό σχέδιο που παρουσιάζει μια στοιχειώδη καλαισθησία. Πρέπει, δε, αναλογιστεί κανείς τις δυσμενείς συνέπειες που θα συνεπαγόταν για τον ελεύθερο ανταγωνισμό η εφαρμογή ενός συστήματος απόλυτης και άνευ όρων σωρευτικής προστασίας ιδίως ενόψει της αυξημένης διάρκειας προστασίας των πνευματικών έργων, η οποία καταλαμβάνει όλη τη διάρκεια του βίου του δημιουργού και εκτείνεται σε 70 έτη μετά τον θάνατό. Εάν παρεκάμπτετο η προϋπόθεση της πρωτοτυπίας, θα καταστρατηγούνταν ευθέως και η νομοθετική ρύθμιση περί περιορισμένης διάρκειας προστασίας των βιομηχανικών σχεδίων (25 έτη κατ’ ανώτατο όριο), η οποία θεσπίστηκε με γνώμονα τη διασφάλιση της ελευθερίας του ανταγωνισμού στην αγορά. Στο σημείο αυτό και εν είδει κατακλείδας θα ήταν σκόπιμο να γίνει μνεία στον ιδιαίτερα προσφυή χαρακτηρισμό των βιομηχανικών σχεδίων από τη θεωρία του δικαίου της διανοητικής ιδιοκτησίας ως «ψιλών κερμάτων» ( απόδοση στα ελληνικά της γερμανικής φράσης «kleine Muenzen») της πνευματικής ιδιοκτησίας, καθότι συμπυκνώνει την ουσία του προβληματισμού που εκτίθεται στο παρόν ενημερωτικό σημείωμα.

Διαβάστε περισσότερα
 
back to top